
ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ
ΑΠΟ
ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ, ΤΟΝ ΥΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ
ΤΟ ΝΕΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟ ΕΤΟΣ
2 0 2 6

ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ
ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ
ΤΙΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΕΣ ΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ
![]()
Α Κ Ο Λ Ο Υ Θ Ι Α Τ Ο Υ Ο Σ Ι Ο Υ Κ Α Ι Θ Ε Ο Φ Ο Ρ Ο Υ Π Α Τ Ρ Ο Σ Η Μ Ω Ν
Σ Ε Ρ Α Φ Ε Ι Μ Τ Ο Υ Σ Α Ρ Ω Φ Τ Ο Υ Θ Α Υ Μ Α Τ Ο Υ Ρ Γ Ο Υ
![]()
Δύο Παρακλητικοί Κανόνες εις τον Όσιο Θεοφόρο Σεραφείμ του Σάρωφ
Ποίημα Αθανασίου Ιερομονάχου Σιμωνοπετρίτου
![]()
από την ζωή του Αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ

Ο Όσιος Σεραφείμ του Σαρώφ

Βιογραφία
Ο Όσιος Σεραφείμ γεννήθηκε στο Κουρσκ της Ρωσίας στις 19 Ιουλίου 1759 μ.Χ. και ονομάσθηκε Πρόχορος. Οι γονείς του, Ισίδωρος και Αγάθη Μοσνίν, ήταν ευκατάστατοι έμποροι. Ο πατέρας του είχε εργοστάσια πλινθοποιίας και παράλληλα αναλάμβανε την ανέγερση πέτρινων οικοδομημάτων, ναών και σπιτιών. Κάποτε άρχισε να χτίζει στο Κουρσκ ένα ναό προς τιμήν του Οσίου Σεργίου του Ραντονέζ, του Θαυματουργού, αλλά ξαφνικά το 1762 μ.Χ., πεθαίνει, αφήνοντας στην σύζυγό του τη μέριμνα για την ολοκλήρωση του ναού. Ο Πρόχορος κληρονόμησε τις αρετές των γονέων του και ιδίως την ευσέβειά τους.
Σε ηλικία δέκα ετών άρχισε να μαθαίνει με ζήλο τα ιερά γράμματα, αλλά αρρώστησε ξαφνικά βαριά χωρίς ελπίδα αναρρώσεως. Στην κρισιμότερη καμπή της ασθένειας είδε στον ύπνο του την Παναγία, η οποία υποσχέθηκε ότι θα τον επισκεφθεί και θα τον θεραπεύσει. Πράγματι, έτυχε μια μέρα να γίνεται λιτανεία και να περνά έξω από την οικία του μικρού άρρωστου παιδιού, η θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου. Τη στιγμή εκείνη έπιασε δυνατή βροχή. Η λιτανεία σταμάτησε και η εικόνα μεταφέρθηκε στην αυλή της οικίας του Προχόρου, μέχρι να περάσει η μπόρα. Τότε η μητέρα του Αγάθη, κατέβασε το άρρωστο παιδί της και το πέρασε κάτω από την εικόνα. Από την ημέρα εκείνη η υγεία του βελτιώθηκε μέχρι που αποκαταστάθηκε τελείως.
Νέος εγκαταλείπει το πατρικό του σπίτι, στην πόλη Κουρσκ, και έρχεται να μονάσει στη μονή του Σάρωφ. Η δοκιμασία του προκειμένου να γίνει Μοναχός διαρκεί οκτώ χρόνια. Στις 13 Αυγούστου του 1786 μ.Χ. κείρεται Μοναχός με το όνομα Σεραφείμ. Σε δύο μήνες χειροτονείται Διάκονος.
Περιφρουρούμενος με το ταπεινό φρόνημα ο Διάκονος Σεραφείμ, ανέρχεται στην Πνευματική ζωή «ἐκ δυνάμεως εἰς δύναμιν». Ως Διάκονος παραμένει όλη την ημέρα στο Μοναστήρι, διακονεί στις Ακολουθίες, τηρεί με ακρίβεια τους μοναστηριακούς κανονισμούς και εκτελεί τα διακονήματά του. Το βράδυ όμως απομακρύνεται στο δάσος, στο ερημικό του κελί, όπου διέρχεται τις νυκτερινές ώρες με προσευχή, και πολύ πρωί επιστρέφει πάλι στο μοναστήρι.
Στις 2 Σεπτεμβρίου 1793 μ.Χ. χειροτονείται Ιερεύς και αποδύεται με μεγαλύτερο ζήλο και αγάπη στον Πνευματικό αγώνα. Τώρα πλέον δεν τον ικανοποιεί ο βαρύς για τους άλλους μόχθος της κοινοβιακής ζωής, δηλαδή η κοινή προσευχή, η νηστεία, η υπακοή, η ακτημοσύνη. Μέσα του φουντώνει η δίψα για πιο υψηλές Πνευματικές ασκήσεις. Εγκαταλείπει λοιπόν, με την ευλογία του Ηγουμένου, τη Μονή και αποσύρεται μέσα στο πυκνό δάσος του Σάρωφ. Περνά εκεί δεκαπέντε χρόνια σε τέλεια απομόνωση, με αυστηρή νηστεία, αδιάλειπτη προσευχή, μελέτη του Θείου Λόγου και σωματικούς κόπους. Για χίλιες ημέρες και χίλιες νύκτες μιμείται του παλιούς στυλίτες της Εκκλησίας. Ανεβασμένος σε μία πέτρα και με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, προσεύχεται: «Ὁ Θεὸς ἰλάσθητι μοὶ τῷ ἁμαρτωλῷ».

Все святые в земле Российской просиявшие (фрагмент). Икона. Москва. Конец 1920 – начало 1930 годов. 65.3 Х 53. Из келейных икон свт. Афанасия Ковровского. Ризница Троице-Сергиевой Лавры. Монахиня Иулиания (Соколова “Όλοι οι άγιοι στη ρωσική γη έχουν λάμψει” (θραύσμα). Τμήμα τής Εικόνας τού τέλους τού έτους 1920 – στις αρχές της δεκαετίας του 1930 μ.Χ.. Από τις Ιερές Εικόνες τού Αγίου Αθανάσιου τού Κόβροφ στο σκευοφυλάκιο τής Λάβρας Αγίας Τριάδας-Αγίου Σεργίου, στο Σερέγιεφ Ποσάν (περιοχή Μόσχας. Ρωσία) έργο τής μοναχής Ιουλιανής (Sokolova).

Преп. Серафим Саровский. Икона 1955-80 годы. Сергиев Посад. Покровский Академический храм. Троице-Сергиева Лавра. Монахиня Иулиания (Соколова) Άγιος Σεραφείμ Σαρώφ. Εικόνα μεταξύ τών ετών 1955-1980 μ.Χ στον Ακαδημαϊκό Ναός Πογκροβ τής Λάβρας Αγίας Τριάδας-Αγίου Σεργίου, στο Σερέγιεφ Ποσάν (περιοχή Μόσχας. Ρωσία) έργο τής μοναχής Ιουλιανής (Sokolova).
Τελειώνοντας την αναχωρητική ζωή επανέρχεται στη Μονή του Σάρωφ και κλείνεται σαν σε μνήμα στην απομόνωση για άλλα δεκαπέντε χρόνια. Για τα πρώτα πέντε βάζει τον εαυτό του στον κανόνα της σιωπής. Με την αδιάλειπτη προσευχή φωτίζει ολόκληρος από την Θεία Χάρη και αξιώνεται να ζήσει Πνευματικές αναβάσεις και αν δει θεϊκά οράματα. Μετά τον εγκλεισμό, ώριμος πλέον στην Πνευματική ζωή και γέροντας στην ηλικία, αφιερώνεται στη διακονία του πλησίον, του ελάχιστου αδελφού. Με την αυστηρή ασκητική ζωή του και την φωτεινή μορφή του είχε προσελκύσει γύρω του πλήθος Χριστιανών, που τον αγαπούσαν και πίστευαν ακράδαντα στην θαυματουργική δύναμη των αγίων του προσευχών. Πλούσιοι και φτωχοί, διάσημοι και άσημοι συνέρρεαν καθημερινά στο κελί του, για να λάβουν την ευλογία του και την Πνευματική καθοδήγηση για τη ζωή τους. Τους δεχόταν όλους με αγάπη και όταν έβλεπε τα πρόσωπά τους αναφωνούσε: «Χαρά μου!».



Εξομολογούσε πολλούς, θεράπευε ασθενείς, ενώ σε άλλους έδιδε να ασπασθούν τον σταυρό που είχε κρεμασμένο στο στήθος του ή την εικόνα που είχε στο τραπέζι του κελιού του. Σε πολλούς πρόσφερε ως ευλογία αντίδωρο, αγίασμα ή παξιμάδια, άλλους τους σταύρωνε στο μέτωπο με λάδι από το καντήλι, ενώ μερικούς τους αγκάλιαζε και τους ασπαζόταν λέγοντας: «Χριστὸς Ἀνέστη!».

Прп. Серафим. Портрет. Россия. XIX в. Άγιος Σεραφείμ Πορτραίτο τού 19ου αιώνα μ.Χ. Ρωσία
Την 1η Ιανουαρίου 1833 μ.Χ., ημέρα Κυριακή, ο Όσιος ήλθε για τελευταία φορά στο Ναό του νοσοκομείου των Αγίων Ζωσιμά και Σαββατίου. Άναψε κερί σε όλες τις εικόνες και τις ασπάσθηκε. Μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων και μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας ζήτησε συγχώρεση από όλους τους αδελφούς, τους ευλόγησε, τους ασπάσθηκε και παρηγορητικά τους είπε: «Σώζεσθε, μὴν ἀκηδιᾶτε, ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε. Στέφανοι μᾶς ἑτοιμάζονται». Ο Μοναχός Παύλος πρόσεξε ότι ο Όσιος εκείνη την ημέρα πήγε τρεις φορές στον τόπο που είχε υποδείξει για τον ενταφιασμό του. Καθόταν εκεί και κοίταζε αρκετή ώρα στη γη. Το βράδυ τον άκουσε να ψάλλει στο κελί του Πασχαλινούς ύμνους: «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι….», «Φωτίζου, φωτίζου ἡ νέα Ἱερουσαλήμ….», «Ὤ, Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον, Χριστέ….».

Прп. Серафим.
Портрет. Россия. XIX в.
Άγιος Σεραφείμ
Πορτραίτο τού 19ου αιώνα μ.Χ. Ρωσία
Ο Όσιος κοιμήθηκε με ειρήνη στις 2 Ιανουαρίου 1833 μ.Χ. Οι μοναχοί τον είδαν με το λευκό ζωστικό, γονατιστό σε στάση προσευχής μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, ασκεπή, με το χάλκινο σταυρό στο λαιμό και με τα χέρια στο στήθος σε σχήμα σταυρού. Νόμιζαν ότι τον είχε πάρει ο ύπνος.

Ιερά Λείψανα
Τα ιερά λείψανά του εξαφανίστηκαν κατά την περίοδο της Οκτωβριανής επαναστάσεως και ξαναβρέθηκαν το 1990 μ.Χ., στην Αγία Πετρούπολη. Το 1991 μ.Χ. επέστρεψαν στην μονή Ντιβέγιεβο.

Мощи преподобного Серафима Саровского
Известно было предсказание преподобного Серафима о том, что его мощи будут найдены, а затем в годину гонений за христианскую веру снова будут утрачены, как впоследствии в точности и произошло.
Крестный ход 1903 года
ри деятельном участии императора Николая II, преподобный Серафим был причислен к лику святых в 1903 году.
Η θρησκευτική πομπή του 1903 μ.Χ.
Η αγιοποίηση ορίστηκε για τις 19 Ιουλίου, 1903, την ημέρα της γέννησης του πατέρα Σεραφείμ. Τουλάχιστον 100 χιλιάδες άνθρωποι ήρθαν στο Σάρωφ από όλη την Αγία Ρωσία.
Вскоре после октябрьского переворота большевиками было воздвигнуто неслыханное гонение на Православие. Была развязана кощунственная кампания по вскрытию и изъятию святых мощей. Специальные комиссии, в которые для видимости соблюдения законности включали представителей духовенства, вскрывали раки со святыми мощами, составляли протоколы об их освидетельствовании, а затем увозили святые мощи в неизвестном направлении. Иногда частицы святых мощей благочестивым православным христианам удавалось укрывать в своих домах, некоторые из святых мощей тайно сохраняли священнослужители, но большинство было предано поруганию.
17 декабря 1920 г. мощи Серафима Саровского, хранившиеся в Дивеевском монастыре под Арзамасом, были вскрыты, а 16 августа 1921 г. закрыты и увезены. Известно, что в конце 1920-х гг. мощи преп. Серафима выставлялись для обозрения в московском Страстном монастыре, где в то время был организован антирелигиозный музей. Мощи находились там до 1934 г., когда Страстной монастырь был взорван. После этого следы мощей пропали.
Но в январе 1991 г., в запасниках Музея истории религии и атеизма, который располагался в здании Казанского собора в Ленинграде, неожиданно для всех были найдены мощи преподобного Серафима Саровского: в связи с переездом из Казанского собора сотрудники музея заново проверяли запасники и в помещении, где хранились гобелены, обнаружили зашитые в рогожу мощи. Когда их вскрыли, то на перчаточке прочитали надпись: “Преподобный отче Серафиме, моли Бога о нас!” Специалисты, которые производили осмотр, свидетельствовали о чувстве благодатности и благоухании мощей, которые им пришлось обследовать. После проведения экспертизы появилась уверенность, что это действительно мощи преподобного Серафима.
Сейчас мощи преподобного отца Серафима Саровского находятся в Саровском монастыре (мужской монастырь Свято-Успенская Саровская пустынь) в Нижегородской области.


Спасо-Преображенский собор Торжества в Дивеевской обители в 2011 году Τά Λείψανα τού Αγίου Σεραφείμ τού Σάρωφ έμπροσθεν τού Ιερού Ναού τής Μεταμορφώσεως τού Σωτήρος στούς Εορτασμούς τής Ιεράς Μονής Σεραφείμ-Ντιέβιεφσκι

Τα Ιερά Λείψανα του Αγίου Σεραφείμ του Σαρόφ
Ήταν γνωστή προφητεία του Αγίου Σεραφείμ ότι τα λείψανα του βρέθηκαν, και στη συνέχεια σε περιόδους διωγμών της χριστιανικής πίστης θα χαθεί και πάλι, αργότερα τι ακριβώς συνέβη.
Λίγο μετά το πραξικόπημα του Οκτωβρίου, οι Μπολσεβίκοι ανέλαβαν ένα ανήκουστο διωγμό της Ορθοδοξίας. Μια βλασφημία εκστρατεία ξεκίνησε για να unseal και να αδράξουν τα ιερά λείψανα. Ειδικές επιτροπές, στις οποίες προβολή του κράτους δικαίου περιλαμβάνονται οι εκπρόσωποι του κλήρου, άνοιξε λάρνακα με το ιερό λείψανο, συντάσσει εκθέσεις σχετικά με την εξέταση τους και στη συνέχεια πήραν τα λείψανα σε μια άγνωστη κατεύθυνση. Μερικές φορές τα σωματίδια από τα ιερά λείψανα των ευσεβών Ορθοδόξων Χριστιανών κατάφερε να καταφύγιο στα σπίτια τους, μερικά από τα ιερά κειμήλια που φυλάσσονται σε μυστικές ιερείς, αλλά οι περισσότεροι απεστάλησαν στην βεβήλωση.
17 Δεκεμβρίου, 1920 τα λείψανα του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ, αποθηκεύονται στο μοναστήρι Diveevo κοντά Νοβγκορόντ, άνοιξαν, και 16, Αύγ, 1921 είναι κλειστά και να λαμβάνονται μακριά. Είναι γνωστό ότι στα τέλη της δεκαετίας του 1920. λείψανα pers. Ο Σεραφείμ εκτέθηκε για θέαση στη Μονή Πάθους της Μόσχας, όπου εκείνη την εποχή οργανώθηκε ένα αντι-θρησκευτικό μουσείο. Τα λείψανα ήταν εκεί μέχρι το 1934, όταν η Μονή Πάθους ανατινάχτηκε. Μετά από αυτό, τα ίχνη των λειψάνων εξαφανίστηκαν.
Αλλά τον Ιανουάριο του 1991, στα θησαυροφυλάκια του Μουσείου της Ιστορίας των Θρησκευμάτων και αθεϊσμού, που βρίσκεται στο κτίριο του καθεδρικού ναού Καζάν στο Λένινγκραντ, ξαφνικά λείψανα του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ βρέθηκαν: σε σχέση με την μετεγκατάσταση του καθεδρικού ναού Καζάν, το προσωπικό του μουσείου εκ νέου ελέγξει τις αποθήκες και στο δωμάτιο, όπου φυλάσσονταν οι ταπετσαρίες, εντοπίστηκαν τα λείψανα που ραμμένα στο ψάθινγκ. Όταν ανοίχτηκαν, η επιγραφή διάβασε στο γάντι: “Άγιος Πατέρα Σεραφείμ, προσεύχεστε στον Θεό για μας!” Οι ειδικοί που διενήργησαν την επιθεώρηση μαρτυρούν το αίσθημα της χάριτος και το άρωμα των λειψάνων που έπρεπε να εξετάσουν. Μετά την εξέταση, υπήρχε βεβαιότητα ότι αυτό ήταν πραγματικά τα λείψανα του Αγίου Σεραφείμ.
Τώρα τα λείψανα του Αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ ο πατέρας είναι στο μοναστήρι Σάρωφ (Μονή Μονή Σάρωφ) στην περιοχή Nizhny Novgorod.

Όλοκληρο το ιστορικό της ανακομιδής των λειψάνων του μεγάλου Οσίου (και επίσημης παράδοσης αυτών στο Πατριαρχείο Μόσχας στις 11 Ιανουαρίου 1991 η οποία συνοδεύτηκε με σημείο εξ’ Ουρανού)
Μέ τόν μεγάλο Ἅγιο τῆς Ὀρθοδοξίας, τόν Ὅσιο Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, ἔχουμε ἀσχοληθεῖ καί κατά τό παρελθόν. Τό 1984 δημοσιεύσαμε στόν «ΚΗΡΥΚΑ» ἄρθρο μέ τόν τίτλο «Ὁ ἅγ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ» (τ. 1984, σελ. 154 – 156). Ἐκεῖ, αναφερόμενοι στό θέμα τῶν ἁγίων Λειψάνων τοῦ Ὁσίου Πατρός, εἴχαμε γράψει τά ἀκόλουθα:
«Ἡ περίφημος Μονή τοῦ Σάρωφ, καταστάσα μετά τήν ἀνακήρυξιν τοῦ ἁγ. Σεραφείμ πανρωσικόν προσκύνημα καί ὡς θησαυρόν κατέχουσα τό τίμιον αὐτοῦ Λείψανον καί τά προσωπικά του ἀντικείμενα, προεκάλεσεν μετά τήν Ἐπανάστασιν τοῦ 1917 τήν μῆνιν τῶν ἀθεϊστῶν, οἱ ὁποῖοι καί κατέστρεψαν αὐτήν δι’ ἐκρηκτικῶν καί ἐκσκαφέων. Οὕτω ἐχάθη λαμπρόν μνημεῖον Χριστιανικῆς Τέχνης, τό σπουδαιότερον δέ κατεστράφησαν αἱ καλύβαι τοῦ Ὁσίου, ὡς καί τό θαυματουργόν Ἁγίασμά του, τό δέ τίμιον αὐτοῦ Λείψανον «ἐχάθη».
Τό 1989, μέ τήν εὐκαιρία τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς Χιλιετηρίδος τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδοξίας, ἐπανήλθαμε στό θέμα μέ τήν δημοσίευση στόν «ΚΗΡΥΚΑ» ἄρθρου μέ τόν τίτλο «Ἡ καταστροφή τῶν μεγάλων Μονῶν Σάρωφ καί Ντιβίγιεβο» (τ. 1989, σελ. 115 –117). Ἐκεῖ παρουσιάσαμε τά σχετικά μέ τήν τύχη τῶν Ἱερῶν Λειψάνων στοιχεῖα, ὅπως αὐτά εἶδαν ἀρχικά τό φῶς τῆς δημοσιότητος στό Ρωσικό περιοδικό τῆς Διασπορᾶς “Messager of the Russ” (τ. 1934, φ. Μαϊου – Ἰουνίου, σελ. 20).
Ἀπό τά στοιχεῖα αὐτά προέκυπτε, ὅτι μετά τήν καταστροφή τοῦ Σάρωφ, «τά Λείψανα τοῦ ὁσ. Σεραφείμ μετεφέρθησαν εἰς τήν Μόσχαν, εἰς τό Ἀντιθρησκευτικόν Μουσεῖον Ronyantsev καί μέςῳ τῶν ἐφημερίδων ἀνακοινώθηκε, ὅτι ὅποιος ἐπιθυμῆ νά τά ἐπισκεφθῆ εἶναι ἐλεύθερος. Ὁ πιστός λαός, παρά τό γεγονός ὅτι τό εἰσητήριο στοίχιζε τρία ρούβλια, ἄρχισε νά συρρέη, νά τιμᾶ τά Λείψανα, νά προσεύχεται, νά γονατίζει. Ἀναφέρονται μάλιστα ἰάσεις τήν περίοδο ἐκείνη. Τότε οἱ ἀθεϊστές, βλέποντας ὅτι ὄχι μόνον δέν διακωμωδοῦνται τά Λείψανα, ἀλλά τιμῶνται, ἀποφάσισαν νά τά μεταφέρουν εἰς τήν πόλι Πέζνα. Πολλοί πού πῆγαν εἰς τήν Πέζνα πληροφορήθηκαν, ὅτι τά Λείψανα δέν εὐρίσκοντο ἐκεῖ. Ἔτσι τά Λείψανα τοῦ ὁσ. Σεραφείμ «ἐκρύβησαν» καί κανείς δέν γνωρίζη πλέον τι ἀπέγιναν».
Στό δημοσίευμά μας ἐκεῖνο – ἀλλά προηγουμένως στή διάλεξη καί προβολή μέ θέμα τόν βίο καί τό μήνυμα τοῦ ὁσ. Σεραφείμ, πού ἔγινε στό Ἐκκλησιαστικό Πνευματικό Κέντρο Περιστερίου, τήν 2α Ἰανουαρίου 1989 (ἐκδήλωση πού ἐπαναλήφθηκε τήν 15. 3. 1989 στόν Ἱ. Ν. Εὐαγγ. Ματθαίου Μάνδρας, τήν 18. 7. 1989 στίς Ἐκκλησιαστικές Κατασκηνώσεις Οἰνόης, τήν 1. 1. 1990 στόν Ἱ. Ν. ἁγ. Δημητρίου Μενιδίου καί τήν 11. 2. 1991 στόν Ἱ. Ν. Εὐαγγελιστρίας Μεγάρων) – ὑποστηρίξαμε τήν «εὑρύτατα γνωστή καί εἰς τήν Ρωσία καί τήν τήν Δύσι ἄποψη, ὅτι τά Λείψανα τοῦ ὁσ. Σεραφείμ ἐκλάπησαν καί ἐκρύβησαν ἀπό μέλη τῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν», βασιζόμενοι στήν προσωπική μαρτυρία Ρώσων φυγάδων («Κ.Γ.Ο.», τ. 1989, σελ. 116).
Στίς ἀρχές αὐτοῦ τοῦ χρόνου, μέ ἰδιαίτερη συγκίνηση πληροφορηθήκαμε ἀπό τούς Ρώσους αὐταδέλφους Μοναχούς π. Γκλέμπ καί π. Ἰάκωβο (οἱ ὁποῖοι σπουδάζουν στήν Ἀθήνα), τό θαυμαστό γεγονός τῆς εὑρέσεως τῶν ἁγίων Λειψάνων τοῦ ὁσ. Σεραφείμ, στό κάποτε Λένινγκραντ καί ἤδη Ἁγία Πετρούπολι. Τόν Μάρτιο, οἱ πράγματι συγκλονιστικές πληροφορίες τῆς εὑρέσεως, ἐπισημοποιήθηκαν μέ δημοσίευμα τοῦ Γενναδίου Μπελοβόλωφ (ἐπιστημονικοῦ συνεργάτη τοῦ Μουσείου Ντοστογιέφσκυ), στό Περιοδικό «Ρωσική Σκέψις» (φ. 3871, 22. 3. 1991). Τό κείμενο αὐτό – πού ἀπέδωσε στήν ἑλληνική ὁ Ἀρχιμανδρίτης Τιμόθεος Σακκᾶς, Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Παρακλήτου – δημοσίευσαν τά Περιοδικά «Ἁγιορειτική Μαρτυρία» τῆς Μονῆς Ξηροποτάμου Ἁγίου Ὄρους (φ. 11, 1991, σελ. 108, μέ τόν τίτλο «Πάσχα μέσα στό Ρωσικό χειμῶνα») καί «Πειραϊκή Ἐκκλησία» τῆς Μητροπόλεως Πειραιῶς (φ. Ἰουνίου 1991, σελ. 10 – 14, μέ τόν τίτλο «Χειμωνιάτικο Πάσχα στή Ρωσία»).
Κατά τόν Γ. μπελοβόλωφ, τό 1920 οἱ Σοβιετικοί ἔκλεισαν τό μοναστήρι τοῦ Σάρωφ. Οἱ κομισσάριοι πῆραν τά ἅγια Λείψανα τοῦ ὁσ. Σεραφείμ καί τά μετέφεραν ἄγνωστο ποῦ. Ἀπό τότε τίποτα δέν ἔγινε γνωστό γι’αὐτά πέρα ἀπό τήν προφητεία τοῦ ἰδίου τοῦ Ὁσίου, ὅτι «σωματικά δέν θά ἐπανέλθει στό Σάρωφ, ἀλλά τό Ντιβίγιεβο θά δοξαστεῖ»!
Ἤδη ὅμως, στά χρόνια τῆς «γκλάσνοστ – διαφάνειας», κατωρθώθηκε νά βρεθοῦν κάποια ντοκουμέντα, σύμφωνα μέ τά ὁποῖα τά ἅγια Λείψανα μετά τήν ἀφαίρεσή τους ἀπό τήν μονή τοῦ Σάρωφ, παραδόθηκαν στό Ἀντιθρησκευτικό Μουσεῖο Τεχνῶν τῆς Μόσχας, πού στεγάζοταν στή Μονή Ντόνσκοϊ. Τό μουσεῖο αὐτό ἔκλεισε γύρω στό 1930, ὁπότε τά Λείψανα παραδόθηλαν στό Κεντρικό Ἀθεϊστικό Μουσεῖο τῆς Μόσχας. Ἀλλά καί αὐτό τοῦ μουσεῖο ἔκλεισε τό 1946. Ἀπό τό ἔτος αὐτό τά ἴχνη τῶν Λειψάνων χάθηκαν.
Ἀπό τό κείμενό του ὁ Γ. Μπελοβόλωφ φαίνεται νά ἀγνοεῖ σειρά στοιχείων σχετικῶν μέ τήν καταστροφή τοῦ Σάρωφ, στοιχείων δημοσιευμένων ἀπό ἐτῶν σέ ἐφημερίδες καί περιοδικά τῆς Δύσεως (ὄχι ἀποκλειστικά τοῦ χώρου τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς), ἀλλά καί τῆς Ἑλλάδος. Δικαιολογεῖται ὅμως λόγῳ τῶν εἰδικῶν συνθηκῶν στήν διακίνηση ἰδεῶν καί εἰδήσεων πού ἐπικρατοῦσαν μέχρι πρότινος στή χώρα του. Δέν ἔχει ἄλλωστε ἰδιαίτερη σημασία ἄν τό Σάρωφ ἔκλεισε τό 1920 ἤ τό 1927. Κατά τήν περίοδο πάντως τῆς ἀφάνειας τῶν ἁγίων Λειψάνων (1946 – 1990), ἴσως κάπου ἐμφανίζεται στό προσκήνιο τῆς ὑποθέσεως ἡ Ρωσική Ἐκκλησία τῶν Κατακομβῶν, στό πρόσωπο κάποιου πιστοῦ Της πού «ἔκλεψε» κάποια στιγμή τά Λείψανα – γιά νά τά πάρουν στή συνέχεια καί πάλι οἱ Σοβιετικοί, μέ ἄγνωστο σέ μᾶς τρόπο – ἤ στό πρόσωπο κάποιου μέλους Της, ὑπαλλήλου ἑνός τῶν τόσων μουσείων στά ὁποῖα ἐκτέθηκαν τά Λείψανα ἤ δημοσίου λειτουργοῦ πού κάποια στιγμή προστάτευσε τόν θησαυρό αὐτό. Ἡ συσκευασία πάντως τῶν Λειψάνων πού βρέθηκαν ἀποδεικνύει, ὅτι κάποιος προσπάθησε νά τά διαφυλλάξει καί ὄχι νά τά διαπομπεύσει.
Ἡ εὕρεση – πάντως – τῶν Ἁγίων Λειψάνων, κάτω ἀπό τι συνθῆκες μέ τίς ὁποίες ἔγινε, ἀποτελεῖ γεγονός θαυμαστό καί βεβαίως ὄχι τυχαῖο. Κατά τόν Γ. Μπελοβόλωφ στίς ἀρχές Νοεμβρίου 1990, κάποιοι ὑπάλληλοι τοῦ Μουσείου Θρησκειῶν καί Ἀθεϊας τῆς Πετρουπόλεως (τό ὁποῖο στεγάζεται στόν περίφημο Καθεδρικό Ναό τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν), ἀνακάλυψαν στό τμῆμα ταπήτων ἕνα ἄγνωστο ἀντικείμενο, στό ὁποῖο κανείς μέχρι τότε δέν εἶχε δόσει σημασία. Τό ἀντικείμενο ἐκεῖνο εἶχε σχῆμα ὀρθογώνιο καί ἦταν τυλιγμένο σέ πανί, ραμμένο καλά. Στά χέρια ὑπῆρχαν γάντια καί στά πόδια μπότες.
Ὅταν οἱ ὑπάλληλοι ἀφαίρεσαν τό πανί, εἶδαν μία μικρή ξύλινη βάση κι ἐπάνω της – καλυμμένο μέ βαμβάκι καί τυλιγμένο μέ ἐπιδέσμους – τό Λείψανο ἑνός, ἀγνώστου ἀκόμη, Ἁγίου. Ὅλα τά ὀστά ἦσαν στή θέση τους, ἀλλά ἕνα πλευρό καί ἡ λεκάνη ἦταν σπασμένα. Ἡ κάρα εἶχε τά μαλλιά καί τά γένεια. Ὁ ὑπάλληλος τοῦ μουσείου Σέργιος Νικολάγιεβιτς Παύλωφ, παρών κατά τήν εὕρεση τῶν Λειψάνων, διηγεῖται πῶς ὅταν ἔβγαλαν ἀπό τά χέρια τά δύο λευκά ἐπιμάνικα ἀπό ἀτλάζι, διάβασαν τήν χρυσοκεντημένη φράση «Ἅγιε Πάτερ Σεραφείμ, πρέσβευε τῶ Θεῶ ὑπέρ ἡμῶν» (στά Ρωσικά). «Ὅταν εἶδα τό ὄνομα Σεραφείμ –συμπλήρωσε ὁ Σ. Ν. Παύλωφ – κατάλαβα ἀμέσως ποιόν βρήκαμε. Διότι ἐμεῖς ἔχουμε ἕναν μόνο Σεραφείμ». Ἀκόμη, στό στῆθος τοῦ Λειψάνου ὑπῆρχε ὁ σταυρός πού εἶχε δώσει εὐλογία στό νεαρό Πρόχορο ἡ μητέρα του, ὅταν ἔφυγε γιά τό μοναστήρι!
Σύμφωνα μέ τήν μαρτυρία τῶν Μοναχῶν Γκλέμπ καί Ἰακώβου κατά τήν εὕρεση βρέθηκε ἕνα ἀκόμη ἀποδεικτικό τῆς ταυτότητος τῶν Λειψάνων, μία πινακίδα πού ἔγραφε: «Αὐτό εἶναι τό πτῶμα τοῦ δῆθεν ἁγ. Σεραφείμ». Πρόκειται μᾶλλον γιά συνοδευτικό τῶν πολλαπλῶν ἐκθέσεων τῶν Λειψάνων σέ ἀντιθρησκευτικά μουσεῖα.
Ἡ ἐπίσημη παράδοση τῶν Λειψάνων στό Πατριαρχεῖο Μόσχας ἔγινε τήν 4η μ.μ. τῆς 11ης Ἰανουαρίου 1991, στόν Καθεδρικό Ναό τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν Ἁγίας Πετρουπόλεως. Τό παρέλαβε ὁ Πατριάρχης Μόσχας Ἀλέξιος Β’. Προηγουμένως, τά μεσάνυκτα τῆς 10ος πρός 11η Ἰανουαρίου, «μία φοβερή βροντή ἀνκούστηκε στίς χιονισμένες ἐκτάσεις πού διασχίζει ὁ ποταμός Νέβας κι ἕνας κεραυνός φώτισε ἀστραπιαῖα ὅλη τήν Πετρούπολη. Ἡ βροντή ἦταν τόσο δυνατή, ὥστε πολλοί πετάχθηκαν τρομαγμένοι ἀπό τόν ὕπνο καί ἔτρεξαν νά κοιτάξουν ἀπό τά παράθυρα. Ἡ πρώτη σκέψη πού γεννήθηκε ἦταν ὅτι ἐπρόκειτο γιά κάποια ἔκρηξη ἤ καταστροφή».
Τήν ἴδια ἡμέρα ἄρχισε ἀπροσδόκητα νά ἀνεβαίνει ἡ στάθμη τοῦ Νέβα. «Τά νερά του, κυριολεκτικά μπροστά στά μάτια τους – γράφει ὁ Γ. Μπελοβόλωφ – ἀνέβηκαν δύο μέτρα ψηλότερα…Μ’ ἕνα τέτοιο σημεῖο ἀνήγγειλε ὁ ὅσ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ τήν ἐπανεύρεση τῶν Ἁγίων Λειψάνων του στήν παλαιά πρωτεύουσα τῆς Ρωσικῆς Αὐτοκρατορίας».
Ὁ Ρωσικός λαός ὑποδέχθηκε τό γεγονός μέ ἰδιαίτερα θερμές ἐκδηλώσεις τιμῆς. «Ἡ χαρά τῆς εὑρέσεως τῶν Λειψάνων τοῦ ὁσ. Σεραφείμ – συνεχίζει ὁ Γ. Μπελοβόλωφ – μπορεῖ νά συγκριθεῖ μόνο μέ τήν Πασχαλινή χαρά. Μόνο πού τώρα δέν ἦταν καλοκαιρινό, ἀλλά χειμωνιάτικο «Πάσχα»… Μπροστά στά Ἅγια Λείψανα – πού τοποθετήθηκαν στόν Καθεδρικό Ναό τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου Νέβσκι, στήν ὁμώνυμη Λαύρα – διαβάζονταν καθημερινά ὁ Ἀκάθιστος στόν Ὅσιο. Ἐπίσης μπορούσατε νά ἀκούσετε τούς χαρμόσυνους χαιρετισμούς «Χριστός Ἀνέστη, Ἀληθῶς Ἀνέστη». Εἶναι οἱ ἴδιοι χαιρετισμοί μέ τούς ὁποίους ὁ Μπάτουσκα Σεραφείμ χαιρετοῦσε ὅλους ὅσοι τόν πλησίαζαν, σέ κάθε ἐποχή τοῦ ἔτους».
Μέ ἰδιαίτερες ἐπίσης τιμές τά Λείψανα τοῦ Ὁσίου ἔφθασαν τήν 9η Φεβρουαρίου στή Μόσχα, στό Ναό τοῦ Ἐλέχοβο. Οἱ μεγαλύτερες ὅμως τελετές ἔγιναν τόν παρελθόντα Ἰούλιο (1991), ὅταν ἡ λιτανευτική πομπή διήνυσε 800 χιλιόμετρα γιά νά φθάσει στή Μονή τοῦ Ντιβίγιεβο, γιά νά ἑορτασθεῖ ἐπίσημα ἡ Ἀνακομιδή τῶν Λειψάνων τοῦ ὁσ. Σεραφείμ (1903), τήν 19η Ἰουλίου.
Σχετικά μέ τό γεγονός ὁ Ὅσιος εἶχε προφητεύσει, ὅτι «ὁ ταπεινός Σεραφείμ θά ἐπανέλθει στό Ντιβίγιεβο καί τότε θά τελειώσουν τά βάσανα τῆς Ρωσίας».
Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι τότε (1991) ὑπῆρχε στό Ντιβίγιεβο μία μοναχή πού ἔζησε τόν Ἅγιο, ἡ αἰωνόβια ἀδελφή Μαργαρίτα (κοιμήθηκε τό 1997). Ὁ ὅσ. Σεραφείμ πρίν τήν κοίμησή του, εἶχε δώσει στίς μοναχές ἕνα κερί λέγοντας: «Μέ αὐτό θά μέ ὑποδεχθεῖτε κάποτε»! Οἱ μοναχές κράτησαν τό κερί καί κάθε μία φύλακας τό παρέδειδε στήν ἑπομένη. Ἔτσι τό κερί ἔφθασε στήν μ. Μαργαρίτα καί μέ αὐτό ὑποδέχθηκαν τό Λείψανο τό 1991!
Σήμερα τά χαριτόβρυτα Λείψανα τοῦ ὁσ. Σεραφείμ φυλάσσονται στή γυναικεία Μονή τοῦ Ντιβίγιεβο, ὅπου τιμῶνται ἀπό τούς πιστούς Ὀρθοδόξους, ὄχι μόνο τῆς Ρωσίας, ἀλλά τῆς ἀνά τήν οἰκουμένη Ἐκκλησίας. Στήν Ἑλλάδα ἀποτμήματα τῶν Λειψάνων του φυλάσσονται στή Μονή ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου Πενταλόφου Κιλκίς καί στό Ναό ἁγ. Αἰκατερίνης Στρογγύλης Κορωπίου Ἀττικῆς. Ἀκόμη, στό Παρεκκλήσιο τῆς ὁσ. Ξένης τῆς διά Χριστόν Σαλῆς Μάνδρας Ἀττικῆς, φυλάσσεται μικρό μέρος ἀπό τό δερμάτινο κομποσχοῖνι τοῦ Ὁσίου. Τέλος εἶναι ἄξιο σημειώσεως, ὅτι τό 2009 ἀπότμημα τῶν Λειψάνων τοῦ ὁσ. Σεραφείμ μεταφέρθηκε ἀπό τήν Μονή Ντιβίγιεβο στήν Ἑλλάδα καί ἐκτέθηκε στό Ναό Παναγίας Σουμελᾶ Ἀχαρνῶν, ὅπου ἔσπευσαν νά τό προσκυνήσουν χιλιάδες πιστῶν ἀπό ὅλη τήν χώρα, ἀλλά καί τό ἐξωτερικό.
Ὁ Γ. Μπελοβόλωφ κλείνει τό δημοσίευμά του μέ τά ἐξῆς χαρακτηριστικά: «Μπροστά στά Ἅγια Λείψανα θέλω κι ἐγώ νά φωνάξω πρός ὅλους: «Χριστός Ἀνέστη μητέρα Ρωσία. Χριστός Ἀνέστη πολύπαθη Ρωσία. Ἀνέστη ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ πού πόνεσε γιά σένα. Θά ἀναστηθεῖς κι ἐσύ, ἀγαπημένη μου πατρίδα, ἔστω κι ἄν ὁ χειμῶνας δέν πέρασε».
Οἱ προφητείες τοῦ ἁγ. Σεραφείμ ἔχουν ἐκπληρωθεῖ σχεδόν ὅλες μέ χαρακτηριστική ἀκρίβεια. Στό Σαρώφ σωματικά πράγματι δέν ἐπέστρεψε ποτέ, διότι τό περίφημο μοναστήρι μετατράπηκε – τελικά – ἀπό τούς Σοβιετικούς σέ πυρηνικό ἐργοστάσιο καί συνεχίζει νά εἶναι ἀπαγορευμένη ζώνη. Ἐπέστρεψε ὅμως στό Ντιβίγιεβο, τήν Σεραφείμια γυναικεία μονή – τό ὁποῖο κατά τήν προφητεία του δοξάσθηκε καί σήμερα (2009) ἀριθμεῖ πλέον τῶν 200 μοναζουσῶν (τό 1995 ἀριθμοῦσε 210 μοναχές ὑπό τήν Ἡγουμένη Σεργία).
Μετά τήν μεταφορά τοῦ Λειψάνου του στό Ντιβίγιεβο ὁ ὅσ. Σεραφείμ προφήτευσε, ὅτι «θά ἀρχίσει τό κήρυγμα τῆς παγκοσμίου μετανοίας». Ἡ προφητεία αὐτή δέν ἔχει ἀκόμη ἐκπληρωθεῖ. Τά γεγονότα στήν τέως Σοβιετική Ἕνωση μποροῦν νά θεωρηθοῦν σάν Ρωσική ἐθνική μετάνοια, ἀλλά ὄχι παγκόσμια. Τήν 19η Ἰουλίου 1991 τά Λείψανα μεταφέρθηκαν στό Ντιβίγιεβο. Τήν 6η Αὐγούστου ἕνα πραξηκόπημα ἀνέτρεψε τόν Σοβιετικό Ἡγέτη Μιχαήλ Γκορμπατσώφ. Λίγες ἡμέρες μετά τήν ἀποτυχία τοῦ κινήματος, ἄρχισαν ραγδαῖες πολιτικό – κοινωνικές ἐξελίξεις. Καταργήθηκε ὁ Κομμουνισμός, κατέρρευσε τό ἀθεϊστικό καθεστώς πού εἶχε ὀνομάσει τήν θρησκεία ὄπιο τοῦ λαοῦ, ἔπεσαν οἱ «θεοί» τοῦ Ἐρυθροῦ «παραδείσου», ἀπομυθοποιήθηκαν ἰδέες καί πρόσωπα, ἔγιναν τόσα πού συνθέτουν ὄχι ἁπλᾶ μία πολιτική ἀλλαγή, ἀλλά μία μεταστροφή τῶν τέως Σοβιετικῶν λαῶν (Ρώσων, Οὐκρανῶν, Γεωργιανῶν, κ.λ.π.) πρός τήν ἱστορικά Ὀρθόδοξη ταυτότητά τους, τήν ὁποία ὁ ἀθεϊσμός προσπάθησε βίαια νά μεταβάλλει.
«Ὁ Κομμουνισμός ξεπεράσθηκε – ἔγραψε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος ὡς Μητροπολίτης Δημητριάδος – ἔμεινε ὅμως ἡ θρησκεία. Καί ἔμεινε ἀφοῦ ἐπεβίωσε μακρῶν περιόδων διωγμῶν, πού σέ περιπτώσεις ξεπέρασαν σέ ὀξύτυτα καί αὐτούς τούς Νερώνειους. Ἀπέδειξε ὁ Χριστιανισμός, ὅτι ἔχει ἀπό Θεοῦ τήν προέλευση, γιατί κατ’ ἄνθρωπον, μέ τά ἀνθρώπινα μέτρα, δέν θά ἔπρεπε νά ζῆ. Κι ὅμως σήμερα εἶναι ὁ θριαμβευτής» (Περιοδικό «Πειραϊκή Ἐκκλησία», φ. Ἰουλίου – Αὐγούστου 1991, σελ. 51).
Νικητής, λοιπόν, ὁ Χριστιανικός λαός στήν τέως Σοβιετική Ἕνωση, φαίνεται νά μετανοεῖ. Κατακλύζει τούς ναούς, ἀναστηλώνει ναούς καί μοναστήρια, θέλει τούς ἡγέτες του στήν Ἐκκλησία (καί τούς εἶδε στό πρόσωπο τῶν Γιέλτσιν καί Ποπώφ – παλαιότερα – καί τῶν Πούτιν καί Μεντβέντεφ σήμερα). Μένει ἔγκαιρα νά ἀντιληφθεῖ, ὅτι «ὁ κόσμος αὐτός (ὁ Δυτικός) τῆς ἀφθονίας καί τῆς καταναλώσεως, τελικά δέν εἶναι ἰδεώδης, οὐτε προσφέρεται νά ἀποτελέσει μοντέλο γιά τήν δημιουργία μιᾶς ἀνθρώπινης κοινωνίας, γιατί κι αὐτός πλήττεται ἀπό πελώρια ἠθική κρίση καί οἱ ἀξίες τοῦ πολιτισμοῦ του εἶναι ἐξευτελισμένες ἀπό καιρό» (Περιοδικό «Πειραϊκή Ἐκκλησία», αὐτ. σελ. 52).
Πηγή: http://apantaortodoxias.blogspot.com/20 … _7963.html

Ο χωλός Βασίλι Λικόφ, ηλικίας 28 χρονών, ένας από τους πολλούς που θεραπεύτηκαν την ημέρα αγιοκατάταξης του Οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ.

Το ξύλινο φέρετρο στο οποίο εναποτέθηκε ο Όσιος Σεραφείμ του Σαρώφ. Το φέρετρο λαξεύτηκε από τον ίδιο τον Όσιο.

Η παραδοσιακή λάρνακα λειψανοθήκη με τα λείψανα του Οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ μέσα στον Ιερό Ναό των Οσίων Ζωσιμά και Σαββάτιου από τα Σολόβκι. http://www.diakonima.gr

Ιερά Λείψανα



Τα Ιερά Λείψανα του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ βρίσκονται στη Μονή Ντιβίγιεβο Ρωσίας.


Απότμημα Λειψάνου στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Νίζνι Νόβγκοροντ και Αρζαμάς, στην Ρωσία


Απότμημα Λειψάνου στην Ιερά Μονή Αγίου Συμεών τού Νέου Θεολόγου στον Κἀλαμο Αττικής


Απότμημα Λειψάνου στην Ιερά Μονή Αγίων Αυγουστίνου Ιππώνος και Σεραφείμ του Σάρωφ στο Τρίκορφο της Φωκίδος


Απότμημα Λειψάνου στον Ιερό Ναό Αγίου Τρύφωνος Παλλήνης Αττικής


Αποτμήματα των Ιερών Λειψάνων του Αγίου βρίσκονται στη Μονή Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου Πενταλόφου Κιλκίς και στο Ναό Αγίας Αἰκατερίνης Στρογγύλης Κορωπίου Αττικής.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χριστῷ ἐκ νεότητος ἀκολουθήσας θερμῶς, εὐχαῖς καὶ δεήσεσιν, ἐν τῇ ἐρήμῳ Σαρώφ, ὡς ἄσαρκος ἤσκησας· ὅθεν τοῦ Παρακλήτου, δεδεγμένος τὴν χάριν, ὤφθης τῆς Θεοτόκου, θεοφόρος θεράπων· διὸ σε μακαρίζομεν, Σεραφεὶμ Πάτερ Ὅσιε.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν Σάρωφ ὡς ἄγγελος, βεβιωμένος, Σεραφεὶμ μακάριε, ὤφθης δοχεῖον ἐκλεκτόν, τῶν χαρισμάτων, τοῦ Πνεύματος, λόγῳ πλουσίῳ ἐκφαίνων τὰ κρείττονα.
Μεγαλυνάριον
Ὅλος ἀνακείμενος τῷ Χριστῷ, χαρίτων τῶν θείων, ἀναδέδειξαι θησαυρός, θαύμασι καὶ λόγοις, καὶ θείαις ὑποθήκαις ὦ Σεραφεὶμ παμμάκαρ, φωτίζων ἅπαντας.

ΑΠΟ ΤΟ ΡΩΣΙΚΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ
(μετάφραση GOOGLE)
Ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, ένας μεγάλος ασκητής της Ρωσικής Εκκλησίας, γεννήθηκε στις 19 Ιουλίου 1754. Οι γονείς του, Ισίδωρος και Αγαθία Μόσνιν, ήταν κάτοικοι του Κουρσκ. Ο Ισίδωρος ήταν έμπορος και αναλάμβανε κατασκευαστικά έργα, και προς το τέλος της ζωής του, ξεκίνησε την κατασκευή ενός καθεδρικού ναού στο Κουρσκ, αλλά πέθανε πριν ολοκληρωθούν οι εργασίες. Ο μικρότερος γιος του, Πρόχορ, παρέμεινε στη φροντίδα της μητέρας του, η οποία ενστάλαξε στον γιο της μια βαθιά πίστη.
Μετά τον θάνατο του συζύγου της, η Αγάφια Μόσνινα, η οποία συνέχισε την κατασκευή του καθεδρικού ναού, πήρε τον Πρόχορ μαζί της μια μέρα. Σκόνταψε και έπεσε από το καμπαναριό. Ο Κύριος έσωσε τη ζωή του μελλοντικού φωστήρα της Εκκλησίας: η τρομοκρατημένη μητέρα, κατεβαίνοντας, βρήκε τον γιο της σώο και αβλαβή.
Ο νεαρός Πρόχορ, προικισμένος με εξαιρετική μνήμη, σύντομα έμαθε να διαβάζει και να γράφει. Από την παιδική του ηλικία, αγαπούσε να παρακολουθεί τις λειτουργίες και να διαβάζει τις Αγίες Γραφές και τους βίους των αγίων στους συνομηλίκους του, αλλά πάνω απ ‘όλα, αγαπούσε να προσεύχεται ή να διαβάζει το Άγιο Ευαγγέλιο στη μοναξιά.
Μια μέρα, ο Πρόχορ αρρώστησε βαριά και η ζωή του κινδύνευσε. Σε ένα όνειρο, το αγόρι είδε τη Μητέρα του Θεού, η οποία υποσχέθηκε να τον επισκεφτεί και να τον θεραπεύσει. Σύντομα, μια πομπή που μετέφερε την εικόνα του Σημείου της Υπεραγίας Θεοτόκου πέρασε από την αυλή του κτήματος Μόσνιν. Η μητέρα του έβγαλε τον Πρόχορ στην αγκαλιά της και εκείνος προσκύνησε την ιερή εικόνα, μετά την οποία άρχισε να αναρρώνει γρήγορα.
Ακόμα και στα νιάτα του, ο Πρόχορ αποφάσισε να αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στον Θεό και να μπει σε μοναστήρι. Η ευσεβής μητέρα του δεν εναντιώθηκε σε αυτό και τον ευλόγησε στο μοναστικό του μονοπάτι με έναν σταυρό, τον οποίο ο άγιος φορούσε στο στήθος του σε όλη του τη ζωή. Ο Πρόχορ και οι συν-προσκυνητές του ξεκίνησαν με τα πόδια από το Κουρσκ στο Κίεβο για να προσκυνήσουν τους Αγίους των Σπηλαίων.
Ο Σχηματικός Μοναχός Γέροντας Δοσίθεος, τον οποίο επισκέφτηκε ο Πρόχωρ, τον ευλόγησε να πάει στο Σκήτη του Σάρωφ και να αναζητήσει εκεί σωτηρία. Επιστρέφοντας για λίγο στο σπίτι των γονιών του, ο Πρόχωρ αποχαιρέτησε για πάντα τη μητέρα και την οικογένειά του. Στις 20 Νοεμβρίου 1778, έφτασε στο Σάρωφ, όπου ο σοφός γέροντας, πατέρας Παχώμιος, ήταν τότε ηγούμενος. Δέχτηκε τον νεαρό άνδρα ευγενικά και διόρισε τον Γέροντα Ιωσήφ ως πνευματικό του πατέρα. Υπό την καθοδήγησή του, ο Πρόχωρ υπέστη πολλές υπακοές στο μοναστήρι: υπηρέτησε ως κελλί του γέροντα, εργάστηκε στο αρτοποιείο, στο αρτοποιείο της πρόσφορας και στην ξυλουργική, υπηρέτησε ως νεωκόρος και εκτελούσε όλα τα καθήκοντα με ζήλο και ζήλο, σαν να υπηρετούσε τον ίδιο τον Κύριο. Εργαζόμενος συνεχώς, προστάτευε τον εαυτό του από την πλήξη – αυτός, όπως είπε αργότερα, «είναι ο πιο επικίνδυνος πειρασμός για τους αρχάριους μοναχούς, ο οποίος θεραπεύεται με την προσευχή, την αποχή από τις αργοπορημένες συζητήσεις, τις εφικτές χειροτεχνίες, την ανάγνωση του Λόγου του Θεού και την υπομονή, γιατί γεννιέται από τη δειλία, την αμέλεια και τις αργοπορίες».
Ήδη κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, ο Πρόχωρ, ακολουθώντας το παράδειγμα άλλων μοναχών που κατέφευγαν στο δάσος για προσευχή, ζήτησε την ευλογία του γέροντα να πηγαίνει και αυτός στο δάσος στον ελεύθερο χρόνο του, όπου προσευχόταν την Προσευχή του Ιησού σε απόλυτη μοναξιά. Δύο χρόνια αργότερα, ο δόκιμος Πρόχωρ αρρώστησε με υδρωπικία. Το σώμα του πρήστηκε και υπέφερε πολύ. Ο μέντοράς του, ο πατέρας Ιωσήφ, και άλλοι πρεσβύτεροι που αγαπούσαν τον Πρόχωρ τον φρόντισαν. Η ασθένειά του διήρκεσε περίπου τρία χρόνια και κανείς δεν άκουσε ούτε μια λέξη παραπόνου από αυτόν. Οι πρεσβύτεροι, φοβούμενοι για τη ζωή του αρρώστου, ήθελαν να καλέσουν γιατρό, αλλά ο Πρόχωρ τους παρακάλεσε να μην το κάνουν, λέγοντας στον πατέρα Παχώμιο: «Έχω παραδοθεί, Άγιε Πατέρα, στον Αληθινό Ιατρό των ψυχών και των σωμάτων – τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και την Παναγία Μητέρα Του…» και επιθύμησε να λάβει τη Θεία Κοινωνία. Τότε ο Πρόχωρ είδε ένα όραμα: η Μητέρα του Θεού εμφανίστηκε σε ένα απερίγραπτο φως, συνοδευόμενη από τους αγίους αποστόλους Πέτρο και Ιωάννη τον Θεολόγο. Δείχνοντας τον άρρωστο, η Υπεραγία Θεοτόκος είπε στον Ιωάννη: «Αυτός είναι του είδους μας». Στη συνέχεια άγγιξε το πλευρό του αρρώστου με το ραβδί της και αμέσως το υγρό που είχε γεμίσει το σώμα του άρχισε να ρέει έξω από το άνοιγμα που προέκυψε και αυτός ανάρρωσε γρήγορα. Σύντομα, χτίστηκε μια νοσοκομειακή εκκλησία στο σημείο της εμφάνισης της Θεοτόκου, ένα από τα παρεκκλήσια της οποίας ήταν αφιερωμένο στους Σεβάσμιους Ζωσιμά και Σαββάτιο του Σολόφκι. Ο Σεβάσμιος Σεραφείμ κατασκεύασε ένα βωμό για το παρεκκλήσι με τα ίδια του τα χέρια από ξύλο κυπαρισσιού και λάμβανε πάντα τη Θεία Κοινωνία σε αυτήν την εκκλησία.
Μετά από οκτώ χρόνια ως δόκιμος στη Μονή του Σάρωφ, ο Πρόχορ έλαβε μοναχική κουρά με το όνομα Σεραφείμ, το οποίο εξέφραζε τόσο εύστοχα την ένθερμη αγάπη του για τον Κύριο και την επιθυμία του να Τον υπηρετεί με ζήλο. Ένα χρόνο αργότερα, ο Σεραφείμ χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος. Φλεγόμενος στο πνεύμα, διακονούσε καθημερινά στην εκκλησία, προσφέροντας συνεχώς προσευχές ακόμη και μετά τις λειτουργίες. Ο Κύριος έδωσε στον άγιο ευλογημένα οράματα κατά τη διάρκεια των εκκλησιαστικών λειτουργιών: επανειλημμένα, έβλεπε αγίους αγγέλους να διακονούν με τους αδελφούς. Ο άγιος βίωσε ένα ιδιαίτερα ευλογημένο όραμα κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας τη Μεγάλη Πέμπτη, που τελέστηκε από τον ηγούμενο, πατέρα Παχώμιο, και τον Γέροντα Ιωσήφ. Μετά τα τροπάρια, ο άγιος είπε: «Κύριε, σώσε τους ευσεβείς» και, όρθιος στις Βασιλικές Πύλες, ύψωσε το όρκιό του προς τους πιστούς με την αναφώνηση: «Και στους αιώνες των αιώνων», μια ακτίνα φωτός τον φώτισε ξαφνικά. Κοιτάζοντας ψηλά, ο Άγιος Σεραφείμ είδε τον Κύριο Ιησού Χριστό να περπατάει στον αέρα από τις δυτικές πόρτες της εκκλησίας, περιτριγυρισμένος από τις Ουράνιες Άσωτες Δυνάμεις. Φτάνοντας στον άμβωνα, ο Κύριος ευλόγησε όλους τους προσκυνητές και εισήλθε στην εικόνα στα δεξιά των Βασιλικών Πυλών. Ο Άγιος Σεραφείμ, συνεπαρμένος από πνευματική έκσταση σε αυτή τη θαυμαστή εμφάνιση, δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη ή να κουνηθεί από τη θέση του. Τον οδήγησαν από τα χέρια στην Αγία Τράπεζα, όπου στάθηκε για άλλες τρεις ώρες, με το πρόσωπό του να αλλάζει από τη μεγάλη χάρη που τον είχε φωτίσει. Μετά το όραμα, ο άγιος ενέτεινε τις ασκητικές του εργασίες: εργαζόταν κατά τη διάρκεια της ημέρας στο μοναστήρι και περνούσε τις νύχτες του προσευχόμενος στο κελί του στο δάσος. Το 1793, σε ηλικία 39 ετών, ο Άγιος Σεραφείμ χειροτονήθηκε ιερομόναχος και συνέχισε την υπηρεσία του στην εκκλησία. Μετά τον θάνατο του ηγουμένου, πατρός Παχώμιου, ο Άγιος Σεραφείμ, έχοντας λάβει την ευλογία του στην επιθανάτια κλίνη για μια νέα προσπάθεια – την ερημιά – έλαβε επίσης την ευλογία του νέου ηγουμένου, πατρός Ησαΐα, και αποσύρθηκε σε ένα κελί της ερήμου αρκετά χιλιόμετρα από το μοναστήρι, βαθιά μέσα στο δάσος. Εδώ άρχισε να αφιερώνεται στην μοναχική προσευχή, ερχόμενος στο μοναστήρι μόνο τα Σάββατα, πριν από την ολονύχτια αγρυπνία, και επιστρέφοντας στο κελί του μετά τη Λειτουργία, κατά την οποία έλαβε τη Θεία Κοινωνία. Ο άγιος πέρασε τη ζωή του σε αυστηρή ασκητική ζωή. Τηρούσε τον κανόνα της προσευχής του κελιού του σύμφωνα με το τυπικό των αρχαίων μοναστηριών της ερήμου. Δεν αποχωριζόταν ποτέ το Άγιο Ευαγγέλιο, διαβάζοντας ολόκληρη την Καινή Διαθήκη κάθε εβδομάδα, και επίσης διάβαζε πατερικά και λειτουργικά βιβλία. Ο άγιος αποστήθιζε πολλούς εκκλησιαστικούς ύμνους και τους έψαλλε ενώ εργαζόταν στο δάσος. Κοντά στο κελί του, καλλιεργούσε έναν λαχανόκηπο και ίδρυσε ένα μελισσοκομείο. Εξασφαλίζοντας τη δική του τροφή, ο άγιος τηρούσε πολύ αυστηρή νηστεία, τρώγοντας μόνο μία φορά την ημέρα και απέχοντας εντελώς από το φαγητό τις Τετάρτες και τις Παρασκευές. Κατά την πρώτη εβδομάδα της Σαρακοστής, απείχε από το φαγητό μέχρι το Σάββατο, όταν έλαβε τη Θεία Κοινωνία.
Στη μοναξιά, ο άγιος γέροντας μερικές φορές βυθιζόταν τόσο πολύ στην εσωτερική προσευχή της καρδιάς που έμενε ακίνητος για μεγάλα χρονικά διαστήματα, χωρίς να ακούει και να βλέπει τίποτα γύρω του. Οι ερημίτες που τον επισκέπτονταν περιστασιακά – ο Σχηματομόναχος Μάρκος ο Σιωπηλός και ο Ιεροδιάκονος Αλέξανδρος – αποσύρονταν ευλαβικά και ήσυχα όταν έβρισκαν τον άγιο σε τέτοια προσευχή, για να μην διαταράξουν την περισυλλογή του.
Στη ζέστη του καλοκαιριού, ο άγιος μάζευε βρύα από το βάλτο για να λιπάνει τον κήπο του. Τα κουνούπια τον τσίμπησαν ανελέητα, αλλά υπέμεινε αυτό το βάσανο με καλή διάθεση, λέγοντας: «Τα πάθη καταστρέφονται από τα βάσανα και τη θλίψη, είτε εκούσια είτε σταλμένα από την Πρόνοια». Για περίπου τρία χρόνια, ο άγιος έτρωγε μόνο ουρά, ένα βότανο που φύτρωνε γύρω από το κελί του. Εκτός από τους αδελφούς, λαϊκοί άρχισαν να έρχονται σε αυτόν όλο και πιο συχνά, ζητώντας συμβουλές και ευλογία. Αυτό διατάρασσε τη μοναξιά του. Αφού ζήτησε την ευλογία του ηγουμένου, ο άγιος απαγόρευσε την πρόσβαση στις γυναίκες και στη συνέχεια σε όλους τους άλλους, έχοντας λάβει ένα σημάδι ότι ο Κύριος ενέκρινε την πρόθεσή του για πλήρη σιωπή. Με την προσευχή του αγίου, το μονοπάτι προς το έρημο κελί του ήταν μπλοκαρισμένο από τα τεράστια κλαδιά αιωνόβιων πεύκων. Τώρα μόνο πουλιά, που συρρέουν σε μεγάλους αριθμούς, και άγρια ζώα τον επισκέπτονταν. Ο μοναχός τάιζε την αρκούδα ψωμί από τα χέρια του όταν του έφερναν ψωμί από το μοναστήρι.
Βλέποντας τα κατορθώματα του Αγίου Σεραφείμ, ο εχθρός της ανθρωπότητας σήκωσε τα όπλα εναντίον του και, θέλοντας να αναγκάσει τον άγιο να εγκαταλείψει τη σιωπή του, αποφάσισε να τον εκφοβίσει. Αλλά ο άγιος αμύνθηκε με προσευχή και τη δύναμη του Ζωοποιού Σταυρού. Ο διάβολος έφερε στον άγιο «νοερό πόλεμο» – έναν επίμονο, παρατεταμένο πειρασμό. Για να αποκρούσει την επίθεση του εχθρού, ο Άγιος Σεραφείμ ενέτεινε τις προσπάθειές του, αναλαμβάνοντας το κατόρθωμα του στυλίτη. Κάθε βράδυ, σκαρφάλωνε σε μια τεράστια πέτρα στο δάσος και προσευχόταν με υψωμένα τα χέρια, φωνάζοντας: «Θεέ μου, ελέησέ με, τον αμαρτωλό». Κατά τη διάρκεια της ημέρας, προσευχόταν στο κελί του, επίσης σε μια πέτρα που είχε φέρει από το δάσος, κατεβαίνοντας μόνο για σύντομη ανάπαυση και για να ανανεώσει το σώμα του με πενιχρό φαγητό. Ο άγιος προσευχόταν έτσι για 1.000 μέρες και νύχτες. Ο διάβολος, ατιμασμένος από τον άγιο, συνωμότησε να τον σκοτώσει και έστειλε ληστές. Οι ληστές πλησίασαν τον άγιο ενώ εργαζόταν στον κήπο του και άρχισαν να του απαιτούν χρήματα. Ο άγιος κρατούσε ένα τσεκούρι στα χέρια του εκείνη την ώρα. Ήταν σωματικά δυνατός και θα μπορούσε να είχε αμυνθεί, αλλά επέλεξε να μην το κάνει, θυμούμενος τα λόγια του Κυρίου: «Όσοι παίρνουν μάχαιρα, από μάχαιρα θα απολεστούν» ( Ματθαίος 26:52).). Ο άγιος, κατεβάζοντας το τσεκούρι στο έδαφος, είπε: «Κάνε ό,τι πρέπει». Οι ληστές άρχισαν να χτυπούν τον άγιο, χτυπώντας το κεφάλι του με την άκρη του τσεκουριού, σπάζοντας αρκετά πλευρά. Στη συνέχεια, δένοντάς τον, ήθελαν να τον ρίξουν στο ποτάμι, αλλά πρώτα έψαξαν το κελί για χρήματα. Αφού έσπασαν τα πάντα στο κελί και δεν βρήκαν τίποτα μέσα εκτός από μια εικόνα και μερικές πατάτες, ντράπηκαν για το έγκλημά τους και έφυγαν. Ο άγιος, αφού ανέκτησε τις αισθήσεις του, σύρθηκε στο κελί και, υποφέροντας σοβαρά, έμεινε εκεί όλη τη νύχτα. Το πρωί, με μεγάλη δυσκολία, έφτασε στο μοναστήρι. Οι αδελφοί τρομοκρατήθηκαν βλέποντας τον τραυματισμένο ασκητή. Ο άγιος έμεινε εκεί για οκτώ ημέρες, υποφέροντας από τα τραύματά του. Κλήθηκαν γιατροί κοντά του, έκπληκτοι που ο Σεραφείμ παρέμεινε ζωντανός μετά από ένα τέτοιο ξύλο. Αλλά δεν ήταν οι γιατροί που θεράπευσαν τον άγιο: η Βασίλισσα των Ουρανών του εμφανίστηκε σε ένα όνειρο με τους Αποστόλους Πέτρο και Ιωάννη. Αγγίζοντας το κεφάλι του αγίου, η Υπεραγία Θεοτόκος του χάρισε θεραπεία. Μετά από αυτό το περιστατικό, ο Άγιος Σεραφείμ αναγκάστηκε να περάσει περίπου πέντε μήνες στο μοναστήρι και στη συνέχεια αποσύρθηκε ξανά σε ένα έρημο κελί. Παραμένοντας για πάντα σκυφτός, ο άγιος περπατούσε στηριζόμενος σε ένα ραβδί ή ένα τσεκούρι. Ωστόσο, συγχώρεσε τους παραβάτες του και ζήτησε να μην τιμωρηθούν. Μετά τον θάνατο του ηγουμένου, πατρός Ησαΐα, φίλου του αγίου από τα νεανικά του χρόνια, ανέλαβε τον ασκητικό αγώνα της σιωπής, αποκηρύσσοντας εντελώς όλες τις κοσμικές σκέψεις για την πιο αγνή παρουσία ενώπιον του Θεού σε αδιάλειπτη προσευχή. Αν ο άγιος συναντούσε κάποιον στο δάσος, έπεφτε σε γόνατο και δεν σηκωνόταν μέχρι να φύγει ο περαστικός. Ο γέροντας πέρασε περίπου τρία χρόνια σε τέτοια σιωπή, σταματώντας ακόμη και να επισκέπτεται το μοναστήρι τις Κυριακές. Ο καρπός της σιωπής για τον Άγιο Σεραφείμ ήταν η απόκτηση γαλήνης της ψυχής και χαράς εν Αγίω Πνεύματι. Ο μεγάλος ασκητής μίλησε αργότερα σε έναν από τους μοναχούς της μονής: «…χαρά μου, σε παρακαλώ, απόκτησε πνεύμα ειρήνης, και τότε χιλιάδες ψυχές θα σωθούν γύρω σου». Ο νέος ηγούμενος, ο πατέρας Νήφων, και οι πρεσβύτεροι αδελφοί της μονής πρότειναν στον πατέρα Σεραφείμ είτε να συνεχίσει να έρχεται στο μοναστήρι τις Κυριακές για να συμμετέχει στη θεία λειτουργία και να λαμβάνει τη Θεία Κοινωνία, είτε να επιστρέψει στο μοναστήρι. Ο άγιος επέλεξε το δεύτερο, καθώς του είχε γίνει δύσκολο να περπατήσει από την έρημο στο μοναστήρι. Την άνοιξη του 1810, επέστρεψε στο μοναστήρι μετά από 15 χρόνια στην έρημο. Χωρίς να σπάσει τη σιωπή του, πρόσθεσε την απομόνωση σε αυτόν τον ασκητικό αγώνα. Χωρίς να φεύγει από πουθενά ή να δέχεται κανέναν, παρέμεινε αδιάκοπα στην προσευχή και τη στοχασμό. Στην απομόνωση, ο Άγιος Σεραφείμ απέκτησε βαθιά πνευματική καθαρότητα και του δόθηκαν ιδιαίτερα χαρίσματα χάριτος από τον Θεό – διόραση και θαυματουργία. Στη συνέχεια, ο Κύριος διόρισε τον εκλεκτό Του για να υπηρετεί τους ανθρώπους στο ύψιστο μοναστικό εγχείρημα – την πρεσβυτέρια. Στις 25 Νοεμβρίου 1825, η Μητέρα του Θεού, μαζί με τους δύο αγίους ιεράρχες που εορτάζονταν εκείνη την ημέρα, εμφανίστηκαν στον γέροντα σε όνειρο και τον διέταξαν να βγει από την απομόνωση και να παραλάβει τις άρρωστες ψυχές όσων είχαν ανάγκη από καθοδήγηση, παρηγοριά, κατεύθυνση και θεραπεία. Αφού έλαβε την ευλογία του ηγουμένου να αλλάξει τον τρόπο ζωής του, ο άγιος άνοιξε τις πόρτες του κελιού του σε όλους.Ο γέροντας έβλεπε μέσα στις καρδιές των ανθρώπων και, σαν πνευματικός γιατρός, θεράπευε πνευματικές και σωματικές ασθένειες μέσω προσευχής στον Θεό και χάρης. Όσοι έρχονταν στον Άγιο Σεραφείμ ένιωθαν τη μεγάλη του αγάπη και άκουγαν με τρυφερότητα τα απαλά λόγια που τους απηύθυνε: «Η χαρά μου, ο θησαυρός μου». Ο γέροντας άρχισε να επισκέπτεται το κελλί του στην έρημο και την πηγή, που ονομαζόταν Πηγή Μπογκοσλόφσκογιε, κοντά στην οποία είχε χτιστεί ένα μικρό κελί για αυτόν. Όταν έφευγε από το κελί του, ο γέροντας κουβαλούσε πάντα ένα σακίδιο με πέτρες στον ώμο του. Όταν ρωτήθηκε γιατί το έκανε αυτό, ο άγιος απάντησε ταπεινά: «Ταλαινώνω αυτόν που με βασανίζει». Κατά την τελευταία περίοδο της επίγειας ζωής του, ο Άγιος Σεραφείμ φρόντιζε ιδιαίτερα το αγαπημένο του δημιούργημα – τη Μονή Ντιβέγιεβο. Ενώ ήταν ακόμα ιεροδιάκονος, συνόδευσε τον αείμνηστο εφημέριο, πατέρα Παχώμιο, στην κοινότητα Ντιβέγιεβο για να δει την ηγουμένη της, μοναχή Αλεξάνδρα, μια μεγάλη ασκήτρια. Ο πατέρας Παχώμιος ευλόγησε στη συνέχεια τον άγιο να φροντίζει πάντα τα «ορφανά του Ντιβέγιεβο». Ήταν ένας αληθινός πατέρας για τις αδελφές, οι οποίες στράφηκαν σε αυτόν με όλες τις πνευματικές και καθημερινές δυσκολίες τους. Μαθητές και πνευματικοί φίλοι βοήθησαν τον άγιο στη φροντίδα της κοινότητας του Ντιβέγιεβο: ο Μιχαήλ Βασίλιεβιτς Μαντούροφ, ο οποίος θεραπεύτηκε από τον άγιο από μια σοβαρή ασθένεια και, με τη συμβουλή του γέροντα, ανέλαβε το κατόρθωμα της εκούσιας φτώχειας· η Έλενα Βασιλίεβνα Μαντούροβα, μία από τις αδελφές του Ντιβέγιεβο, η οποία συμφώνησε εκούσια να πεθάνει από υπακοή στον γέροντα για τον αδελφό της, ο οποίος ήταν ακόμα απαραίτητος σε αυτή τη ζωή· και ο Νικολάι Αλεξάντροβιτς Μοτοβίλοφ, ο οποίος θεραπεύτηκε επίσης από τον άγιο. Ο Ν.Α. Μοτοβίλοφ κατέγραψε μια αξιοσημείωτη διδασκαλία του Αγίου Σεραφείμ σχετικά με τον σκοπό της χριστιανικής ζωής. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του Αγίου Σεραφείμ, κάποιος που θεράπευσε τον είδε να στέκεται στον αέρα ενώ προσευχόταν. Ο άγιος απαγόρευσε αυστηρά σε οποιονδήποτε να μιλήσει γι’ αυτό πριν από τον θάνατό του.Θεραπευμένες από τον άγιο από μια σοβαρή ασθένεια και, με τη συμβουλή του γέροντα, που ανέλαβαν το κατόρθωμα της εκούσιας φτώχειας· η Έλενα Βασιλίεβνα Μαντούροβα, μία από τις αδελφές Ντιβέγιεβο, η οποία συμφώνησε εκούσια να πεθάνει από υπακοή στον γέροντα για τον αδελφό της, ο οποίος ήταν ακόμα απαραίτητος σε αυτή τη ζωή· ο Νικολάι Αλεξάντροβιτς Μοτοβίλωφ, επίσης θεραπευμένος από τον άγιο. Ο Ν.Α. Μοτοβίλωφ κατέγραψε μια αξιοσημείωτη διδασκαλία του Αγίου Σεραφείμ σχετικά με τον σκοπό της χριστιανικής ζωής. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του Αγίου Σεραφείμ, ένα άτομο που θεραπεύτηκε από αυτόν τον είδε να στέκεται στον αέρα κατά τη διάρκεια της προσευχής. Ο άγιος απαγόρευσε αυστηρά σε οποιονδήποτε να μιλήσει γι’ αυτό πριν από τον θάνατό του.Θεραπευμένες από τον άγιο από μια σοβαρή ασθένεια και, με τη συμβουλή του γέροντα, που ανέλαβαν το κατόρθωμα της εκούσιας φτώχειας· η Έλενα Βασιλίεβνα Μαντούροβα, μία από τις αδελφές Ντιβέγιεβο, η οποία συμφώνησε εκούσια να πεθάνει από υπακοή στον γέροντα για τον αδελφό της, ο οποίος ήταν ακόμα απαραίτητος σε αυτή τη ζωή· ο Νικολάι Αλεξάντροβιτς Μοτοβίλωφ, επίσης θεραπευμένος από τον άγιο. Ο Ν.Α. Μοτοβίλωφ κατέγραψε μια αξιοσημείωτη διδασκαλία του Αγίου Σεραφείμ σχετικά με τον σκοπό της χριστιανικής ζωής. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του Αγίου Σεραφείμ, ένα άτομο που θεραπεύτηκε από αυτόν τον είδε να στέκεται στον αέρα κατά τη διάρκεια της προσευχής. Ο άγιος απαγόρευσε αυστηρά σε οποιονδήποτε να μιλήσει γι’ αυτό πριν από τον θάνατό του.
Όλοι γνώριζαν και σεβόντουσαν τον Άγιο Σεραφείμ ως έναν μεγάλο ασκητή και θαυματουργό. Ένα χρόνο και δέκα μήνες πριν από το θάνατό του, την εορτή του Ευαγγελισμού, ο Άγιος Σεραφείμ τιμήθηκε για άλλη μια φορά με την εμφάνιση της Βασίλισσας των Ουρανών, συνοδευόμενης από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, τον Απόστολο Ιωάννη τον Θεολόγο και δώδεκα παρθένες, αγίους μάρτυρες και αγίους. Η Υπεραγία Παρθένος συνομίλησε εκτενώς με τον άγιο, εμπιστευόμενη σε αυτόν τις αδελφές Ντιβέγιεβο. Ολοκληρώνοντας τη συζήτησή τους, του είπε: «Σύντομα, αγαπητέ μου, θα είσαι μαζί μας». Σε αυτή τη θαυματουργή επίσκεψη της Θεοτόκου, ήταν παρών ένας γέροντας από το Ντιβέγιεβο, χάρη στις προσευχές του αγίου γι’ αυτήν.
Τον τελευταίο χρόνο της ζωής του, ο Άγιος Σεραφείμ άρχισε να εξασθενεί αισθητά και μιλούσε σε πολλούς για τον επερχόμενο θάνατό του. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, τον έβλεπαν συχνά κοντά στο φέρετρο που είχε ετοιμάσει για τον εαυτό του, το οποίο βρισκόταν στην είσοδο του κελιού του. Ο ίδιος ο άγιος υπέδειξε τον τόπο όπου θα ταφεί – κοντά στην Αγία Τράπεζα του Καθεδρικού Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Την 1η Ιανουαρίου 1833, ο Άγιος Σεραφείμ ήρθε στην εκκλησία του νοσοκομείου Ζωσιμά-Σαββάτιου για τελευταία φορά για Λειτουργία και έλαβε τη Θεία Κοινωνία. Στη συνέχεια, ευλόγησε τους αδελφούς και αποχαιρέτησε, λέγοντας: «Σώστε τον εαυτό σας, μην αποθαρρύνεστε, να είστε σε εγρήγορση, γιατί σήμερα ετοιμάζονται τα στέφανα μας». Στις 2 Ιανουαρίου, ο κελλιώτης του αγίου, ο πατέρας Παύλος, έφυγε από το κελί του στις έξι το πρωί, κατευθυνόμενος στην εκκλησία, και μύρισε μια μυρωδιά καμένου που προερχόταν από το κελί του αγίου. Κεριά έκαιγαν πάντα στο κελί του αγίου, και έλεγε: «Όσο ζω, δεν θα υπάρχει φωτιά, αλλά όταν πεθάνω, το τέλος μου θα αποκαλυφθεί με φωτιά». Όταν άνοιξαν οι πόρτες, ανακαλύφθηκε ότι βιβλία και άλλα πράγματα σιγόκαιγαν, και ο ίδιος ο άγιος γονάτιζε μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου σε στάση προσευχής, αλλά ήδη άψυχος. Κατά τη διάρκεια της προσευχής του, η αγνή ψυχή του παραλήφθηκε από αγγέλους και ανέβηκε στον Θρόνο του Παντοδύναμου Θεού, του οποίου ο πιστός υπηρέτης και υπηρέτης Άγιος Σεραφείμ ήταν όλη του η ζωή.