ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ
ΕΠΙΣΚΕΘΦΕΙΤΕ
ΤΙΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΕΣ ΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΟΣΙΟΥ ΑΛΕΞΙΟΥ
και εις κοινήν μεταφρασθέντες διάλεκτον παρά Αγαπίου Μοναχού.
Και τανύν νεωστί τυπωθέντες, διορθωθέντες υπό του άνωθεν μετά πλείστης επιμελείας.
Μετά του προσήκοντος Πίνακος, Ενετίησι :Παρά Ανδρέα τω Ιουλιανώ, (1681).
(σελίδες 243 – 253 )

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΑΛΕΞΙΟΥ
H.F. MASSMANN Sanct Alexius Leben ( Bibliothek der Gesammten 1843)
(σελίδες 201 – 208 )

Ο Όσιος Αλέξιος
ο άνθρωπος του Θεού
Τοιχογραφία (Fresco) τού έτους 1547 μ.Χ.
στην Ιερά Μονή Διονυσίου Αγίου Όρους
έργο τού αγιογράφου Τζώρτζη (Ζώρζη) Φουκά
Ἄνθρωπος ἐν γῇ τοῦ Θεοῦ κληθεὶς μόνος,
Ἕξεις τὶ καινὸν κἄν πόλῳ, Πάτερ μόνος.
Ἑβδομάτῃ δεκάτῃ, Ἀλέξιε, πότμον ἀνέτλης.
Βιογραφία
Ο Όσιος Αλέξιος γεννήθηκε στη Ρώμη κατά τους χρόνους των αυτοκρατόρων Αρκαδίου (395 – 408 μ.Χ.) και Ονωρίου (395 – 423 μ.Χ.) από ευσεβείς και εύπορους γονείς. Ο πατέρας του Ευφημιανός ήταν συγκλητικός, φιλόπτωχος και συμπαθής, ώστε καθημερινά παρέθετε τρεις τράπεζες στο σπίτι του για τα ορφανά, τις χήρες και τους ξένους που ήταν πτωχοί. Η γυναίκα του ονομαζόταν Αγλαΐς και ήταν άτεκνη. Στη δέησή της να αποκτήσει παιδί, ο Θεός την εισάκουσε. Και τους χάρισε υιό. Αφού το παιδί μεγάλωσε κι έλαβε την κατάλληλη παιδεία, έγινε σοφότατος και θεοδίδακτος. Όταν έφθασε στη νόμιμη ηλικία, τον στεφάνωσαν με θυγατέρα από βασιλική και ευγενική γενιά. Το βράδυ όμως στο συζυγικό δωμάτιο ο Όσιος, αφού πήρε το χρυσό δακτυλίδι και τη ζώνη, τα επέστρεψε στην σύζυγό του και εγκατέλειψε τον κοιτώνα. Παίρνοντας αρκετά χρήματα από τα πλούτη του έφυγε με πλοίο περιφρονώντας την ματαιότητα της επίγειας δόξας. Καταφθάνει στην Λαοδικεία της Συρίας και από εκεί στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας. Εκεί ο Όσιος Αλέξειος μοίρασε τα χρήματα στους πτωχούς, ακόμη και τα ιμάτιά του, και, αφού ενδύθηκε με κουρελιασμένα και χιλιομπαλωμένα ρούχα, κάθισε στο νάρθηκα του ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου, ως ένας από τους πτωχούς. Προτίμησε έτσι να ζει με νηστεία όλη την εβδομάδα και να μεταλαμβάνει των Αχράντων Μυστηρίων κάθε Κυριακή, ενώ μόνο τότε έτρωγε λίγο άρτο και έπινε λίγο νερό.
Св. Алексий.
Фреска собора
монастыря прп. Неофита Кипрского. Кипр. XVI в.
Ο Όσιος Αλέξιος ο άνθρωπος του Θεού
Τοιχογραφία (Fresco) τού 16ου αιώνα μ.Χ.
στο καθολικο τής Ιεράς Μονής Αγίου Νεοφύτου τού Εγκλείστου
στην Πάφο Κύπρος.

Преподобный Алексий, человек Божий.
Фреска Кон. XV в
Успенского собора Московского Кремля.
Ο Όσιος Αλέξιος ο άνθρωπος του Θεού
Τοιχογραφία (Fresco) τού 15ου αιώνα μ.Χ.
στόν Καθεδρικό Ιερό Ναό του Κρεμλίνου τής Μόσχας
Οι γονείς του όμως τον αναζητούσαν παντού και έστειλαν υπηρέτες τους να τον βρουν. Στην αναζήτησή τους έφθασαν μέχρι το ναό της Έδεσσας, χωρίς ωστόσο να τον αναγνωρίσουν. Οι δούλοι επέστρεψαν άπρακτοι στη Ρώμη, ενώ η μητέρα του Αλέξιου με οδύνη, φορώντας πτωχά ενδύματα, καθόταν σε μια θύρα του σπιτιού πενθώντας νύχτα και ημέρα. Το ίδιο και η νύφη, που φόρεσε τρίχινο σάκκο και παρέμεινε κοντά στην πεθερά της.
Святой преподобный Алексий, человек Божий. Балканы. Сербия
Ο Όσιος Αλέξιος ο άνθρωπος του Θεού
Τοιχογραφία (Fresco). Σερβία
Ο Όσιος Αλέξιος για δεκαεπτά χρόνια παρέμεινε στο νάρθηκα του ναού της Θεοτόκου ευαρεστώντας το Θεό. Και μια νύχτα η Θεοτόκος παρουσιάστηκε στον προσμονάριο του ναού σε όνειρο και του ζήτησε να του φέρει μέσα στο ναό τον άνθρωπο του Θεού. Τότε ο προσμονάριος, αφού βγήκε από το ναό και δεν βρήκε κανένα παρά μόνο τον Αλέξιο, εδεήθηκε στη Θεοτόκο να του υποδείξει τον άνθρωπο, όπως κι έγινε. Τότε πήρε από το χέρι τον Όσιο Αλέξιο και τον εισήγαγε στο ναό με κάθε τιμή και μεγαλοπρέπεια.
Μόλις ο Όσιος κατάλαβε ότι έγινε γνωστός εκεί, έφυγε κρυφά και σκέφτηκε να πάει στην Ταρσό, στο ναό του Αγίου Παύλου του Αποστόλου, όπου εκεί θα ήταν άγνωστος. Αλλα όμως σχεδίασε η Θεία Πρόνοια. Γιατί βίαιος άνεμος άρπαξε το πλοίο και το μετέφερε στη Ρώμη. Βγαίνοντας από το πλοίο κατάλαβε ότι ο Κύριος ήθελε να επανέλθει ο Αλέξιος στο σπίτι του.
Όταν συνάντησε τον πατέρα του, που δεν αναγνώρισε τον υιό του, του ζήτησε να τον ελεήσει και να τον αφήσει να τρώει από τα περισσεύματα της τράπεζάς του. Με μεγάλη προθυμία ο πατέρας του δέχθηκε να τον ελεήσει και μάλιστα του έδωσε κάποιο υπηρέτη για να τον βοηθάει. Κάποιοι δούλοι από την οικία τον πείραζαν και τον κορόιδευαν, όμως αυτό δεν τον ένοιαζε. Έδινε την τροφή του σε άλλους, παραμένοντας όλη την εβδομάδα χωρίς τροφή και νερό, και μόνο μετά την Κοινωνία των Θείων και Αχράντων Μυστηρίων δεχόταν λίγο άρτο και νερό.
Έμεινε λοιπόν για δεκαεπτά χρόνια στον πατρικό οίκο χωρίς να τον γνωρίζει κανένας. Όταν έφθασε ο καιρός της κοιμήσεώς του, τότε κάθισε κι έγραψε σε χαρτί όλο το βίο του, τους τόπους που πέρασε, αλλά και κάποια από τα μυστικά που γνώριζαν μόνο οι γονείς του. Κάποια Κυριακή, όταν ο Αρχιεπίσκοπος Ιννοκέντιος τελούσε τη Θεία Λειτουργία, ακούσθηκε φωνή από το Άγιο Θυσιαστήριο, που καλούσε τους συμμετέχοντες να αναζητήσουν τον άνθρωπο του Θεού. Την Παρασκευή ο Όσιος Αλέξιος παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Θεού, ενώ το απόγευμα της ίδιας μέρας οι πιστοί βασιλείς και ο Αρχιεπίσκοπος προσήλθαν στο ναό για να δεηθούν στο Θεό να τους αποκαλύψει τον άγιο άνθρωπο του Θεού. Τότε μια φωνή τους κατηύθυνε στο σπίτι του Ευφημιανού. Λίγο αργότερα οι βασιλείς μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο έφθασαν στο σπίτι του Ευφημιανού, προξενώντας μάλιστα την απορία της γυναίκας και της νύφης του για την παρουσία τους εκεί, και ρώτησαν τον Ευφημιανό . Όμως εκείνος, αφού ρώτησε πρώτα τους υπηρέτες, είπε ότι δεν γνώριζε τίποτα. Στην συνέχεια ο υπηρέτης που φρόντιζε τον Όσιο Αλέξιο, παρακινούμενος από θεία δύναμη ανέφερε τον τρόπο ζωής του πτωχού, τον οποίο εξυπηρετούσε. Τότε ο Ευφημιανός χωρίς να γνωρίζει ότι ο Όσιος είναι ήδη νεκρός, αποκάλυψε το πρόσωπο αυτού, που έλαμπε σαν πρόσωπο αγγέλου. Στο χέρι του Οσίου μάλιστα είδε χαρτί, που δεν μπόρεσε να αποσπάσει. Στη συνέχεια ανέφερε στους επισκέπτες του ότι βρέθηκε ο άνθρωπος του Θεού. Οι βασιλείς και ο Αρχιεπίσκοπος τότε εδεήθησαν στον Όσιο να τους επιτρέψει να δουν το χαρτί που είχε στο χέρι του. Μόλις ο αρχειοφύλακας πήρε στο χέρι του το χαρτί, ο Ευφημιανός αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για τον υιό του, τον οποίο αναζητούσε χρόνια τώρα, και μεγάλο πένθος έπεσε στην οικογένειά του. Θρήνος μεγάλος και από την γυναίκα και τη νύφη του.
Преставление св. Алексия. Миниатюра Минология на февраль и март. Византия. 2-я четверть XI в. ГИМ. Москва.
Κοίμηση τού Αγίου Αλέξιου. Μικρογραφία βυζαντινή( Μινιατούρα) τού 2ου τρίμηνου τού 11ου αιώνα μ.Χ. από το Μηνολόγιο (Φεβρουάριου – Μάρτιου). Τώρα ευρίσκεται στο Κρατικό Ιστορικό Μουσείο Ρωσίας στην Μόσχα.
Алексий человек Божий, прп. (17 марта)
Менологий 17 – 20 марта; Византия. Греция; XIV в.; памятник: Византийский менологий (Byzantine illumination Menologion); 10 x 13 см.; местонахождение: Англия. Оксфорд. Бодлеанская Библиотека (Bodleian Library)
Ο Όσιος Αλέξιος ο άνθρωπος του Θεού. Βυζαντινό Μηνολόγιο τού Μαρτίου (17 – 20) τού 14ου αιώνα μ.Χ. και ευρίσκεται Αγγλία. Βιβλιοθήκη Bodleian στην Οξφόρδη. Αγγλία
Ο βασιλεύς Ονώριος και ο Αρχιεπίσκοπος μετέφεραν το τίμιο λείψανο του Οσίου στο μέσο της πόλεως και κάλεσαν όλο το λαό για να έλθει να προσκυνήσει και να λάβει ευλογία. Όσοι προσέρχονταν και ασπάζονταν το τίμιο λείψανο, άλαλοι, κουφοί, τυφλοί, λεπροί, δαιμονισμένοι, όλοι θεραπεύονταν. Βλέποντας αυτά τα θαύματα οι πιστοί δόξαζαν τον Θεό. Ήταν τόσος ο κόσμος που προσερχόταν για να δει το τίμιο λείψανο, που δεν μπορούσαν να το μεταφέρουν στο ναό του Αγίου Βονιφατίου για να το ενταφιάσουν. Έριξαν ακόμη και χρυσό και άργυρο στον κόσμο για να του αποσπάσουν την προσοχή, αλλά μάταια. Όταν πια μεταφέρθηκε το τίμιο λείψανο στο ναό, για επτά μέρες γιόρταζαν πανηγυρικά και στην γιορτή συμμετείχαν οι γονείς και η νύφη. Στη συνέχεια τοποθετήθηκε το τίμιο λείψανο σε θήκη φτιαγμένη από χρυσό, άργυρο και πολύτιμους λίθους. Αμέσως άρχισε να ευωδιάζει και να αναβλύζει μύρο, το οποίο έγινε ίαμα και θεραπεία για όλους.
Ο τάφος του Αγίου Αλεξίου(Στον καθολικό ναό των Αγ.Βονιφατίου και Αλεξίου στην Ρώμη)

Ιερά Λείψανα
Η Κάρα του Οσίου βρίσκεται στη Μονή Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων.
Η Κάρα του Οσίου Αλεξίου δωρήθηκε στη Μονή Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων το 1398 μ.Χ. από τον Αυτοκράτορα Μανουήλ τον Παλαιολόγο. Κατά την πυρπόληση της Μονής από τους Οθωμανούς το 1585 μ.Χ. διασώθηκε από δύο μοναχούς.

Απότμημα Κάρας του Οσίου βρίσκεται στη Μονή Γεν. Θεοτόκου – Πελαγίας Ακραιφνίου Βοιωτίας.

Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου του Οσίου βρίσκονται στη Μονή Εσφιγμένου Αγίου Όρους, στη Μονή Κύκκου Κύπρου και στη Λαύρα Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως.

Απότμημα λειψάνου που προέρχεται από σπόνδυλο του Αγίου Αλεξίου, το οποίο φυλάσσεται στην Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, στο Βερίνο Αιγίου.

Στην Ιερα Μονη Τιμίου Προδρόμου Νικήσιανης Νομού Καβάλας στο όρος Παγγαίο, φυλλάσονται λείψανα πολλών αγίων όπως:
Λείψανο του Οσίου Αλεξίου Ανθρώπου του Θεου.

Св. мощи прп. Алексия, человека Божия
Храм в честь Спиридона Тримифунтского
г. Самара
Απότμημα λειψάνου τού Αγίου Αλεξίου
τού Ανθρώπου τού Θεού
στον Ιερό Ναό τού Αγίου Σπυρίδωνα
Τριμυθούντος, Σαμαρά
Ενορία τής Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας,
Μητροπολιτική περιοχή Σαμάρα,
Επισκοπή Σαμαρά

Св. мощи прп. Алексия, человека Божия
Απότμημα λειψάνου τού Αγίου Αλεξίου
τού Ανθρώπου τού Θεού

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἐκ ῥίζης ἐβλάστησας, περιφανοῦς καί κλεινῆς, ἐκ πόλεως ἤνθησας, βασιλικῆς καί λαμπρᾶς, Ἀλέξιε πάνσοφε· πάντων δ᾽ ὑπερφρονήσας, ὡς φθαρτῶν καί ῥεόντων, ἔσπευσας συναφθῆναι, τῷ Χριστῷ καί Δεσπότῃ. Αὐτόν οὖν ἐκδυσώπει ἀεί, ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Τοὺς ἱδρῶτας καὶ πόνους τους σοὺς Σοφέ, νοερῶς θεωροῦντες πάντες πιστοί, πάσης κατανύξεως τὰς ψυχὰς ἐμπιπλάμεθα, καὶ πρὸς θείους ὕμνους καὶ δόξαν καὶ αἴνεσιν, τοῦ Δεσπότου τῶν ὅλων, παμμάκαρ Ἀλέξιε, πόθῳ ἐγκαρδίῳ, ἑαυτοὺς συγκινοῦμεν, ᾠδαῖς σε γεραίροντες, καὶ πιστῶς ἐκβοῶντές σοι, ὡς Κυρίου θεράποντι· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.
Минея – Март (фрагмент). Икона. Русь. Начало XVII в. Церковно-Археологический Кабинет Московской Духовной Академии.
Μηναῖο – Μάρτιος (τεμάχιο). Εἰκονίδιο στίς ἀρχές τοῦ 17ου αἰώνα μ.Χ. στήνἘκκλησία καί τό Αρχαιολογικό Μουσεῖο τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας τῆς Μόσχας

Преподобный Алексий – человек Божий
Икона XVII в.
Ο Όσιος Αλέξιος ο άνθρωπος του Θεού
Εικόνα τού 17ου αιώνα μ.Χ.

Преподобный Алексий, человек Божий
Икона из деисусного чина. около 1500 г.Москва
Ο Όσιος Αλέξιος ο άνθρωπος του Θεού
Εικόνα τής Δεήσεως τού έτους περίπου 1500 μ.Χ.
Преподобный Алексий, человек Божий
Икона Вторая половина XVII в. Москва
Ο Όσιος Αλέξιος ο άνθρωπος του Θεού
Εικόνα τού δευτέρου μισού τού 17ου αιώνα μ.Χ.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἀλεξίου σήμερον τοῦ πανολβίου, ἑορτήν τήν πάνσεπτον, ἐπιτελοῦντες εὐσεβῶς, αὐτόν ὑμνήσωμεν λέγοντες· χαίροις Ὁσίων τερπνόν ἐγκαλλώπισμα.
Ὁ Οἶκος
Τὶς τὰς σεπτάς σου ἀρετὰς ἀξίως εὐφημήσει, καὶ ἱκανῶς ὑμνήσει, Ἀλέξιε θεόφρον, τὴν σωφροσύνην, τὴν ὑπομονήν, τὴν πραότητα, τὴν ἐγκράτειαν, τὸν ἀκατάπαυστον ὕμνον, τὴν ἄκραν σκληραγωγίαν, καὶ ἄμετρον ταπείνωσιν, δι’ ὧν Ἀγγέλοις ἐφάμιλλος γενόμενος. Πρεσβεύεις ἀεὶ ὑπὲρ τοῦ κόσμου παντός· διὸ ἀκούεις Ὅσιε, νῦν παρὰ πάντων Πιστῶν. Χαίροις Ὁσίων τερπνὸν ἐγκαλλώπισμα.
Μεγαλυνάριον
Κλῆσιν τὴν οὐράνιον ἐσχηκώς, μόνος ἐν Ἁγίοις, Θεοῦ ἄνθρωπος θαυμαστός, Ἀλέξιε σὺ ὤφθης, τῷ ἰσαγγέλῳ βίῳ· διὸ τῆς τῶν Ἀγγέλων, χαρᾶς ἠξίωσαι.

ΑΠΟ ΤΟ ΡΩΣΙΚΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ
(μετάφραση Google)
Άγιου Δημήτριου Ροστόφ
Βίοι των αγίων
Η ζωή του Αγίου Αλεξίου, του ανθρώπου του Θεού
Εορτάζεται στις 17 Μαρτίου
Στη Ρώμη το έτος 1968 , κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αρκαδίου και του Ονωρίου, ζούσε ένας ευσεβής άνθρωπος ονόματι Ευφημιανός. Ήταν ένας πολύ ευγενής και πλούσιος ευγενής, σε τέτοιο βαθμό που ακόμη και οι υπηρέτες του, που αριθμούσαν τρεις χιλιάδες, φορούσαν μεταξωτά ενδύματα. Ωστόσο, παρά ταύτα, δεν ήταν απόλυτα ευτυχισμένος, γιατί, λόγω της στειρότητας της γυναίκας του, δεν είχε παιδιά. Ο Ευφημιανός τηρούσε αυστηρά τις εντολές του Θεού και διακρινόταν για την καλοσύνη του: καθημερινά στο σπίτι του ετοίμαζε τρία γεύματα για χήρες, ορφανά, φτωχούς, ξένους και αρρώστους. Ο ίδιος έτρωγε μόνο μετά την ένατη ώρα , μοιράζοντάς τα με περιπλανώμενους μοναχούς, και μέχρι τότε νήστευε πάντα. Αν συνέβαινε κάποια μέρα να μαζεύονται κοντά του λίγοι ζητιάνοι, και γι’ αυτό έπρεπε να μοιράζει ελεημοσύνη λιγότερο από το συνηθισμένο, τότε ο Ευφημιανός έπεφτε στο έδαφος με θλίψη και έλεγε:
«Δεν είμαι άξιος να κατοικήσω στη γη του Θεού μου».
Η σύζυγός του, η Αγλαΐδα, ήταν θεοσεβούμενη γυναίκα, αγαπώντας τον σύζυγό της και γενναιόδωρη σε ελεημοσύνη. Θρηνώντας για την στειρότητά της, συχνά κατέφευγε στον Θεό με την εξής προσευχή:
«Κύριε, μνήσθησί με, του ανάξιου δούλου Σου, και λύτρωσέ με από της στειρότητάς μου, για να γίνω μητέρα. Χάρισέ μας έναν γιο που θα είναι και χαρά στη ζωή και στήριγμα στα γηρατειά μας».
Ο Κύριος, στο έλεός Του, άκουσε την προσευχή της: προς μεγάλη χαρά του συζύγου της, γέννησε έναν γιο, που ονομάστηκε Αλέξιος στο άγιο βάπτισμα.
Σε ηλικία έξι ετών, ο Άγιος Αλέξιος ξεκίνησε την εκπαίδευσή του και, έχοντας γρήγορα κατακτήσει τις κοσμικές επιστήμες που ήταν κοινές στην εποχή του, έγινε ιδιαίτερα επιδέξιος στην Αγία Γραφή και τα εκκλησιαστικά βιβλία. Το αγόρι εξελίχθηκε σε ένα συνετό και ευσεβές νέο. Έχοντας συνειδητοποιήσει τη ματαιότητα των φευγαλέων κοσμικών αγαθών, αποφάσισε να τα απαρνηθεί για να αποκτήσει αιώνια ευλογία. Γι’ αυτό, άρχισε ακόμη και να φοράει ένα κοφτερό τρίχινο πουκάμισο για να ταπεινώσει τη σάρκα του. Όταν ο Αλέξιος ενηλικιώθηκε, ο Ευθυμιανός είπε στη σύζυγό του:
– Ας παντρέψουμε τον γιο μας.
Αυτά τα λόγια έκαναν την Αγλαΐδα πολύ χαρούμενη, και πέφτοντας στα πόδια του συζύγου της είπε:
– Είθε ο Θεός να ευλογήσει την πρόθεσή σας, ώστε να μπορέσω να δω τον γάμο του γιου μου και των παιδιών του· αυτή η μεγάλη χαρά θα με ενθαρρύνει να είμαι ακόμη πιο γενναιόδωρος προς τους φτωχούς και τους άπορους.
Μετά από αυτό, αρραβώνιασαν τον Αλέξιο με μια κοπέλα βασιλικής καταγωγής και στη συνέχεια τελέστηκε το μυστήριο του γάμου στην εκκλησία του Αγίου Βονιφατίου και όλη η μέρα και η νύχτα πέρασαν με χαρά και αγαλλίαση. Στο τέλος της γιορτής, ο Άγιος Αλέξιος, με την ευλογία του πατέρα του, μπήκε στο δωμάτιο της νύφης και τη βρήκε καθισμένη σε μια καρέκλα. Παίρνοντας το χρυσό του δαχτυλίδι, το τύλιξε και την πολύτιμη ζώνη του σε πορφυρίτη ύφασμα και το έδωσε στη νύφη λέγοντας:
– Διατήρησέ το αυτό, και είθε ο Κύριος να είναι πάνω μας, διευκολύνοντας με τη χάρη Του την ανάδυση μέσα μας μιας νέας, αληθινά χριστιανικής ζωής.
Αφού είπε αυτά, αποσύρθηκε στο δωμάτιό του. Εκεί, ο Άγιος Αλέξιος αντάλλαξε τα πλούσια ρούχα του με φτωχά και έφυγε κρυφά από το σπίτι και την πόλη, παίρνοντας μαζί του λίγο χρυσό και πολύτιμους λίθους από τα υπάρχοντά του. Φτάνοντας στη θάλασσα, βρήκε ένα πλοίο που έπλεε για τη Λαοδίκεια , στο οποίο επιβιβάστηκε αφού πλήρωσε το απαιτούμενο εισιτήριο. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ο Άγιος Αλέξιος προσευχήθηκε στον Θεό ως εξής:
«Θεέ μου», είπε, «που με έσωσες από την ημέρα της γέννησής μου, σώσε με τώρα από τη μάταιη ζωή του κόσμου και δώσε μου την τιμή να στέκομαι στο δεξί πλευρό με όλους όσους Σε έχουν ευχαριστήσει στην Τελική Σου Κρίση».
Με την άφιξη του πλοίου, ο Άγιος Αλέξιος αποβιβάστηκε, όπου συνάντησε ταξιδιώτες που κατευθύνονταν προς τη Μεσοποταμία . Τους συνάντησε και ταξίδεψε μαζί τους στην Έδεσσα , όπου φυλασσόταν η Εικόνα του Αχειροποίητου Χριστού, την οποία έστειλε κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής Του στον Άβγαρο, Πρίγκιπα της Έδεσσας . Βλέποντας την εικόνα, ο Άγιος Αλέξιος χάρηκε πολύ και, πουλώντας όλα τα τιμαλφή που είχε πάρει από το σπίτι του, μοίρασε τα έσοδα στους φτωχούς. Ο ίδιος ντύθηκε με κουρέλια και άρχισε να ζει με ελεημοσύνη. Η κατοικία του αγίου ήταν η βεράντα του ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου και η ζωή του ήταν αυστηρά ασκητική: νήστευε συνεχώς, τρώγοντας μόνο λίγο ψωμί. Έπινε ακόμη και νερό σε εξαιρετικά μέτριες ποσότητες. Κάθε Κυριακή, ο Άγιος Αλέξιος λάμβανε τα Άγια Μυστήρια του Χριστού και μοίραζε πάντα όλες τις ελεημοσύνες του στους ηλικιωμένους φτωχούς. Περπατούσε με το κεφάλι του συνεχώς σκυμμένο, τον νου του υψωμένο στον Θεό, συλλογιζόμενος συνεχώς πάνω Του. Από μια τόσο σκληρή ζωή, ολόκληρο το σώμα του αγίου μαράθηκε, η ομορφιά του προσώπου του ξεθώριασε, τα μάτια του βυθίστηκαν και η όρασή του εξασθένησε.
Την αυγή, όταν ο Άγιος Αλέξιος είχε ήδη φύγει από το σπίτι, οι γονείς ήρθαν στο δωμάτιο της νύφης και, προς έκπληξή τους, τη βρήκαν μόνη, να κάθεται θλιμμένη με θλιμμένο πρόσωπο. Άρχισαν να ψάχνουν τον γιο τους παντού και, μη βρίσκοντάς τον πουθενά, έκλαιγαν πικρά· έτσι η χαρά τους μετατράπηκε σε θλίψη. Η μητέρα του αγίου, μπαίνοντας στο δωμάτιό της, έκλεισε τα παράθυρα, τον άπλωσε με σάκο και, πασπαλίζοντάς τον με στάχτη, έπεσε πάνω του με λυγμούς, προσευχόμενη και λέγοντας:
«Δεν θα σηκωθώ και δεν θα φύγω από την απομόνωσή μου μέχρι να μάθω τι συνέβη στον μοναχογιό μου, γιατί και πού πήγε.»
Η νύφη, που στεκόταν δίπλα της, μίλησε κι αυτή με δάκρυα στα μάτια:
«Και δεν θα σε αφήσω, αλλά, σαν ένα πιστό και αγαπημένο περιστέρι που αγαπά την έρημο, με ένα θλιβερό τραγούδι ψάχνοντας μέσα από τα βουνά και τις κοιλάδες για τον χαμένο σύζυγό της, θα περιμένω υπομονετικά νέα για τον σύζυγό μου – πού βρίσκεται και ποιον τρόπο ζωής έχει επιλέξει για τον εαυτό του».
Ο πατέρας ήταν επίσης πολύ λυπημένος· έστειλε τους υπηρέτες του παντού να αναζητήσουν τον γιο του. Μερικοί από αυτούς έφτασαν ακόμη και στην Έδεσσα· βλέποντας τον Άγιο Αλέξιο, δεν τον αναγνώρισαν, αλλά τον πέρασαν για ζητιάνο και του έδωσαν ελεημοσύνη. Ο Άγιος Αλέξιος τους αναγνώρισε και ευχαρίστησε τον Θεό που του επέτρεψε να δεχτεί ελεημοσύνη από τους υπηρέτες του. Οι υπηρέτες, επιστρέφοντας, είπαν στον κύριό τους ότι δεν είχαν βρει τον γιο του, αν και είχαν ψάξει παντού.
Ο Άγιος Αλέξιος έζησε στην Έδεσσα, στον Ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου, για δεκαεπτά χρόνια και κέρδισε την αγάπη του Θεού μέσα από τη ζωή του. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, έγινε μια αποκάλυψη γι’ αυτόν στον νεωκόρο του Ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου: είδε την αγία εικόνα Της, να του μιλάει:
– Φέρτε στην Εκκλησία Μου έναν άνθρωπο του Θεού, άξιο της Βασιλείας των Ουρανών· η προσευχή του ανεβαίνει στον Θεό σαν ευώδες θυμίαμα, και το Άγιο Πνεύμα αναπαύεται πάνω του σαν στέμμα στο κεφάλι ενός βασιλιά.
Μετά το όραμα, ο νεωκόρος αναζήτησε έναν άνθρωπο με τέτοια δίκαιη ζωή και, μη μπορώντας να βρει έναν, προσευχήθηκε στην Υπεραγία Θεοτόκο, ζητώντας Τη βοήθεια να εκπληρώσει την εντολή του. Και πάλι στο όραμα, άκουσε μια φωνή από την εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, που έλεγε ότι ο άνθρωπος του Θεού ήταν ο ζητιάνος που καθόταν στην πύλη της στοάς της εκκλησίας. Ο νεωκόρος, βρίσκοντας τον Άγιο Αλέξιο, τον έφερε στην εκκλησία για να μείνει, και πολλοί, έχοντας μάθει για τη δίκαιη ζωή του ανθρώπου του Θεού, άρχισαν να τον προσκυνούν. Αυτός, ωστόσο, αποφεύγοντας την ανθρώπινη δόξα, έφυγε κρυφά από την πόλη. Φτάνοντας σε ένα λιμάνι, επιβιβάστηκε σε ένα πλοίο που έπλεε προς την Κιλικία , σκεπτόμενος: «Θα πάω στην Κιλικία, όπου κανείς δεν με γνωρίζει, και θα ζήσω στην εκκλησία του Αγίου Αποστόλου Παύλου». Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, με θέλημα Θεού, ξαφνικά ξέσπασε μια καταιγίδα στη θάλασσα, και το πλοίο, που ταλαντευόταν από τα κύματα για πολλές μέρες, έφτασε απροσδόκητα στη Ρώμη. Αφού αποβιβάστηκε από το πλοίο, ο Άγιος Αλέξιος είπε στον εαυτό του:
«Ζει Κύριος ο Θεός μου, δεν θα είμαι βάρος σε κανέναν, αλλά θα πάω σαν ξένος στο σπίτι του πατέρα μου».
Στο δρόμο του προς αυτόν, συνάντησε τον πατέρα του, που επέστρεφε από το παλάτι, συνοδευόμενος από πολλούς υπηρέτες. Υποκλίνοντας μέχρι το έδαφος μπροστά του, ο Άγιος Αλέξιος είπε:
«Δούλε του Θεού, ελέησέ με, τον ζητιάνο και τον φτωχό· επίτρεψέ μου να εγκατασταθώ σε κάποια γωνιά της αυλής σου και να τρέφομαι με τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι σου· ο Κύριος θα ευλογήσει τις μέρες σου και θα σου χαρίσει τη Βασιλεία των Ουρανών, και αν έχεις κάποιον από τους συγγενείς σου που περιπλανιέται κάπου, θα σου τον επιστρέψει υγιή».
Στα λόγια του ζητιάνου για την περιπλάνηση, ο Ευθυμιανός θυμήθηκε αμέσως τον αγαπημένο του γιο, τον Αλέξη, έχυσε δάκρυα και ευγενικά έκανε δεκτό το αίτημά του, επιτρέποντάς του να ζήσει στην αυλή του σπιτιού του. Είπε στους υπηρέτες του:
«Ποιος από εσάς θέλει να υπηρετήσει αυτόν τον ζητιάνο; Αν τον ευχαριστήσει, ορκίζομαι ότι θα λάβει πλήρη ελευθερία και μια αμοιβή από εμένα. Ετοιμάστε του ένα μικρό δωμάτιο κοντά στην πόρτα του σπιτιού, ώστε να μπορώ να τον βλέπω πιο συχνά· ας του σερβίρεται το φαγητό του από το τραπέζι μου, και κανείς σας δεν θα τον προσβάλλει.»
Μετά από αυτό, ο Άγιος Αλέξιος άρχισε να ζει στην πόρτα του σπιτιού του πατέρα του. Ο Ευθυμιανός του έστελνε φαγητό από το τραπέζι του κάθε μέρα, αλλά αυτός το μοίραζε στους φτωχούς, ενώ ο ίδιος έτρωγε μόνο ψωμί και έπινε μόνο νερό, και μόνο όσο χρειαζόταν για να μην πεθάνει από πείνα ή δίψα. Περνούσε όλες τις νύχτες ξάγρυπνος προσευχόμενος και κάθε Κυριακή λάμβανε τη Θεία Κοινωνία στην εκκλησία. Και η υπομονή του ανθρώπου του Θεού ήταν εκπληκτική! Υπέμεινε πολλά προβλήματα και θλίψεις, ειδικά αργά το βράδυ, από τους υπηρέτες του πατέρα του, μερικοί από τους οποίους τραβούσαν τα μαλλιά του, άλλοι τον χαστούκιζαν, άλλοι έριχναν σάπια στο κεφάλι του και γενικά τον κορόιδευαν με τον πιο σκληρό τρόπο. Υπέμεινε τα πάντα σιωπηλά, γνωρίζοντας ότι η μεταχείρισή τους απέναντί του ήταν με υποκίνηση του διαβόλου, και οπλίστηκε με προσευχή ενάντια στα τεχνάσματά του, ξεπερνώντας τα με υπομονή. Ένα άλλο γεγονός τον ώθησε σε μεγάλη υπομονή: απέναντι από το δωμάτιό του βρισκόταν το παράθυρο του δωματίου της αρραβωνιαστικιάς του. Όπως η Ρουθ, αρνήθηκε να πάει στο σπίτι του πατέρα της, αλλά καθόταν θρηνώντας με την πεθερά της. Ο άγιος άκουγε συχνά τους λυγμούς και τους θρήνους της μητέρας και της αρραβωνιαστικιάς του: η μία για την απώλεια του γιου της, η άλλη του συζύγου της. Τα δάκρυά τους γέμιζαν την καρδιά του με οίκτο, αλλά η αγάπη του για τον Θεό υπερίσχυε της σαρκικής του αγάπης για την αρραβωνιαστικιά και τους γονείς του. Αυτή η υπομονή μπροστά σε σχεδόν αφόρητες θλίψεις για χάρη του Θεού τον παρηγόρησε κιόλας. Έτσι, ο Άγιος Αλέξιος έζησε στο σπίτι των γονιών του για δεκαεπτά χρόνια και κανείς δεν τον αναγνώριζε, αλλά όλοι τον θεωρούσαν ζητιάνο χωρίς στέγη. Οι σκλάβοι χλεύαζαν αυτόν που ήταν ο κύριος του σπιτιού, τον γιο και κληρονόμο, ως ξένο και ξένο. Όταν ο Κύριος θέλησε να τον καλέσει από αυτή την πρόσκαιρη ζωή, στην οποία είχε βιώσει τόση φτώχεια και στέρηση, στην αιώνια ζωή, του αποκάλυψε την ημέρα και την ώρα του θανάτου του. Ο Άγιος Αλέξιος ζήτησε τότε από τον δούλο του μελάνι, ένα καταστατικό και ένα μπαστούνι. Κατέγραψε ολόκληρη τη ζωή του και, για να πείσει τους γονείς του ότι ήταν πραγματικά γιος τους, ανέφερε ορισμένες περιστάσεις της ζωής του που ήταν γνωστές μόνο σε αυτούς. Έγραψε επίσης για όσα είπε στη νύφη του τη νύχτα που έφυγε από το σπίτι και πώς της έδωσε το δαχτυλίδι και τη ζώνη του. Ολοκλήρωσε την επιστολή του με τα ακόλουθα λόγια:
«Σας παρακαλώ, αγαπητοί μου γονείς και αξιότιμη νύφη μου, μην προσβάλλεστε που, αφήνοντάς σας, σας προκάλεσα τόσο μεγάλη θλίψη. Η καρδιά μου λυπήθηκε από τη θλίψη σας. Συχνά προσευχήθηκα στον Κύριο να σας δώσει υπομονή και να σας κάνει άξιους της Βασιλείας των Ουρανών. Ελπίζω ότι Εκείνος, στο έλεός Του, θα εισακούσει την προσευχή μου, γιατί από αγάπη για Αυτόν επέλεξα μια τόσο δύσκολη ζωή, χωρίς να την αλλάξω για χάρη των δακρύων σας, αφού είναι καλύτερο για κάθε Χριστιανό να υπακούει στον Πλάστη και Δημιουργό του περισσότερο από τους γονείς του. Πιστεύω ότι όσο μεγαλύτερη είναι η θλίψη που σας έχω προκαλέσει, τόσο μεγαλύτερη είναι η χαρά που θα λάβετε στη Βασιλεία των Ουρανών».
Αφού έγραψε αυτό, προσευχήθηκε μέχρι τον θάνατό του.
Μια μέρα, όταν ο Πάπας 1977 τελούσε τη Θεία Λειτουργία στον Καθεδρικό Ναό των Αγίων Αποστόλων, στο τέλος της λειτουργίας ακούστηκε μια υπέροχη φωνή από το ιερό:
«Ελάτε σε μένα, όλοι όσοι κοπιάζετε και είστε φορτωμένοι, και εγώ θα σας αναπαύσω» ( Ματθαίος 11:28 ). Όσοι ήταν παρόντες στο ναό έπεσαν στη γη με μεγάλο τρόμο, κραυγάζοντας:
– Κύριε, ελέησον!
Τότε ακούστηκε ξανά η φωνή:
– Αναζητήστε έναν άνθρωπο του Θεού που ήδη αναχωρεί για μια άλλη ζωή· ας προσευχηθεί για την πόλη: η προσευχή του θα σας φανεί πολύ ωφέλιμη.
Έψαξαν σε όλη τη Ρώμη για έναν τέτοιο άνθρωπο και δεν ήξεραν τι να κάνουν, αφού δεν μπορούσαν να τον βρουν. Έτσι, συγκεντρωμένοι ξανά με τον Πάπα και τον Τσάρο από το βράδυ της Πέμπτης έως την Παρασκευή στον καθεδρικό ναό, τέλεσαν εκεί μια ολονύχτια αγρυπνία, προσευχόμενοι στον Χριστό να τους δείξει τον άγιό Του. Το πρωί της Παρασκευής, ο Άγιος Αλέξιος αναχώρησε προς τον Κύριο. Εν τω μεταξύ, στην εκκλησία, όπως και την πρώτη φορά, ακούστηκε ξανά μια φωνή από το ιερό κατά τη διάρκεια της λειτουργίας:
– Αναζητήστε τον άνθρωπο του Θεού στο σπίτι του Ευθυμιανού.
Μετά από αυτό, ο βασιλιάς του 1978 , στρεφόμενος προς τον τελευταίο, είπε:
– Γιατί δεν μας το είπες εσύ, έχοντας έναν τέτοιο θησαυρό στο σπίτι σου;
Ο Ευφημιανός απάντησε:
– Ο Θεός είναι μάρτυράς μου ότι δεν ξέρω τίποτα.
Και, καλώντας τον αρχιυπηρέτη, τον ρώτησε:
– Γνωρίζετε κάποιον από τους συντρόφους σας που είναι ενάρετος και ευάρεστος στον Θεό;
«Δεν ξέρω», είπε, «δεν υπάρχει ούτε ένας ενάρετος. Όλοι ζουν με τρόπο που δεν ευαρεστεί τον Θεό».
Ο Τσάρος και ο Πάπας αποφάσισαν να πάνε οι ίδιοι στο σπίτι του Ευφημιανού για να αναζητήσουν τον άνθρωπο του Θεού. Ο Ευφημιανός, προχωρώντας, ετοιμάστηκε να υποδεχτεί τον Πάπα και τον Τσάρο με τους ευγενείς τους και τους κανόνισε μια εορταστική υποδοχή. Η θλιμμένη σύζυγος του Ευφημιανού, ακούγοντας την αναταραχή και τη φλυαρία στην αυλή και στο σπίτι από το δωμάτιό της, ρώτησε:
– Τι σημαίνει;
Έμεινε πολύ έκπληκτη όταν έμαθε για την άφιξη του Τσάρου και του Πάπα και τον λόγο της επίσκεψής τους. Η νύφη ήταν επίσης προβληματισμένη, βλέποντας από το δωμάτιό της τον Τσάρο και τον Πάπα να περπατούν με πλήθος κόσμου, και προσπάθησε να εξηγήσει αυτό το θέαμα στον εαυτό της.
Όταν ο Πάπας, ο Τσάρος και οι ευγενείς κάθισαν και έπεσε σιωπή, ο σκλάβος που υπηρετούσε τον Άγιο Αλέξιο είπε στον Ευφημιανό:
«Κύριέ μου, δεν είναι άνθρωπος του Θεού ο ζητιάνος που μου εμπιστεύτηκες; Είμαι μάρτυρας των μεγάλων και θαυμαστών πράξεών του: νηστεύει συνεχώς, παίρνοντας μόνο λίγο ψωμί και νερό στο τέλος της ημέρας· περνάει όλη τη νύχτα προσευχόμενος και μεταλαμβάνει τα Άγια Μυστήρια του Χριστού κάθε Κυριακή· υπομένει με πραότητα και χαρά τα χτυπήματα και τις προσβολές που του επιβάλλονται από ορισμένους σκλάβους».
Ακούγοντάς το αυτό, ο Ευφημιανός έσπευσε αμέσως στην κατοικία του ζητιάνου και, φωνάζοντάς τον τρεις φορές από το παράθυρο, δεν έλαβε απάντηση. Στη συνέχεια μπήκε στην κατοικία, όπου βρήκε τον άνθρωπο του Θεού να κείτεται νεκρός, με το κεφάλι του καλυμμένο, το έγγραφο σταυρωμένο στο δεξί του χέρι. Ο Ευφημιανός ξεσκέπασε το πρόσωπό του και είδε ότι έλαμπε σαν πρόσωπο αγγέλου. Όταν ήθελε να πάρει το έγγραφο και να το διαβάσει, δεν μπόρεσε να το κάνει, επειδή το χέρι του δεν το άφηνε. Επιστρέφοντας γρήγορα στον Αυτοκράτορα και τον Πάπα, είπε:
– Βρήκαμε ήδη νεκρό αυτόν που ψάχναμε· κρατάει το καταστατικό στο χέρι του και δεν μας το δίνει.
Ο Τσάρος και ο Πατριάρχης, αφού παρήγγειλαν ένα πολύτιμο φέρετρο έτοιμο και καλυμμένο με πλούσια υφάσματα, έφεραν έξω το έντιμο σώμα του ανθρώπου του Θεού και το έθεσαν με ευλάβεια πάνω του. Στη συνέχεια, γονατίζοντας, ασπάστηκαν το ιερό λείψανο και του μίλησαν σαν να ήταν ζωντανός:
«Σε παρακαλούμε, δούλε του Χριστού, δώσε μας αυτό το καταστατικό, ώστε από τα γραμμένα σε αυτό να γνωρίζουμε ποιος είσαι».
Μετά από αυτό, ο Πάπας και ο Τσάρος πήραν το καταστατικό από το χέρι του αγίου χωρίς εμπόδια και το παρέδωσαν στην Αετία, το καταστατικό της μεγάλης εκκλησίας , για ανάγνωση. Μέσα στη βαθιά σιωπή των γύρω του, άρχισε να το διαβάζει. Όταν έφτασε στο απόσπασμα για τους γονείς και τη νύφη, και το δαχτυλίδι και τη ζώνη που της είχαν δοθεί, ο Ευφημιανός αναγνώρισε τον εκλιπόντα ως τον γιο του Αλέξιο. Έπεσε στο στήθος του και, αγκαλιάζοντάς τον και φιλώντας τον, είπε με δάκρυα:
Αλίμονό μου, αγαπημένε μου γιε! Τι μας έκανες; Γιατί μας προκάλεσες τέτοια θλίψη; Αλίμονό μου, γιε μου! Έχοντας μείνει μαζί μας τόσα χρόνια και ακούγοντας τους θρήνους των γονιών σου, δεν φανέρωσες τον εαυτό σου ούτε μας παρηγόρησες, παρά τα γηρατειά μας, μέσα στη μεγάλη θλίψη που προκάλεσες. Αλίμονό μου! Γιε μου, αγάπη μου, παρηγοριά της ψυχής μου, δεν ξέρω τι να κάνω τώρα: να θρηνήσω τον θάνατό σου ή να χαρώ για την επιστροφή σου.
Έτσι ο Ευθυμιανός έκλαιγε απαρηγόρητα, βασανίζοντας τα γκρίζα μαλλιά του.
Η Αγλαΐδα, ακούγοντας τα λυγμούς του συζύγου της και μαθαίνοντας ότι ο νεκρός ζητιάνος ήταν ο γιος της, άνοιξε τις πόρτες του κελιού της. Με σκισμένα ρούχα, με δακρυσμένα μάτια υψωμένα στον ουρανό και ξεριζώνοντας τα λυτά μαλλιά της, περπάτησε ανάμεσα στο πλήθος, λέγοντας:
– Δώσε μου τον δρόμο για να δω την ελπίδα μου, να αγκαλιάσω τον αγαπημένο μου γιο.
Πλησιάζοντας το κρεβάτι, έσκυψε πάνω από το σώμα του γιου της, τον αγκάλιασε και τον φίλησε λέγοντάς του τα εξής:
«Αλίμονό μου, κύριέ μου! Γλυκό μου παιδί, τι έκανες; Γιατί μας έφερες τόσο μεγάλη θλίψη; Αλίμονό μου, φως των ματιών μου! Πώς δεν φανερώθηκες, ζώντας μαζί μας τόσα χρόνια; Πώς δεν μας λυπήθηκες, ακούγοντας συνεχώς τους πικρούς θρήνους μας για σένα;»
Η νύφη, που είχε ζήσει τριάντα τέσσερα χρόνια χωρίς γαμπρό και φορούσε μαύρα ρούχα σε ένδειξη θλίψης, έπεσε κι αυτή πάνω στο τίμιο σώμα, βρέχοντάς το με ρυάκια δακρύων και φιλώντας το με αγάπη, έκλαιγε πικρά και απαρηγόρητα, λέγοντας:
– Αλίμονό μου, αλίμονό μου!
Τα λυγμώδη και θλιβερά παράπονά της προκάλεσαν δάκρυα στους παρευρισκόμενους, και όλοι έκλαψαν μαζί με τη νύφη και τη μητέρα.
Ο βασιλιάς και ο πάπας διέταξαν να μεταφερθεί το φέρετρο με το τίμιο σώμα του ανθρώπου του Θεού και να τοποθετηθεί στη μέση της πόλης, ώστε όλοι να μπορούν να το δουν και να το αγγίξουν, και όταν αυτό έγινε, είπαν στον λαό:
– Ιδού, βρήκαμε αυτόν που έψαχνε η πίστη σας.
Και όλη η Ρώμη συγκεντρώθηκε. Όλοι άγγιξαν τον άγιο, φιλώντας τον. Όλοι οι άρρωστοι θεραπεύτηκαν: οι τυφλοί ανέκτησαν την όρασή τους, οι λεπροί καθαρίστηκαν, οι δαίμονες άφησαν όσους είχαν καταληφθεί από αυτούς – με μια λέξη, ανεξάρτητα από την ασθένειά τους, όλοι έλαβαν πλήρη θεραπεία από τα λείψανα του αγίου του Θεού. Βλέποντας τέτοια θαύματα, ο αυτοκράτορας και ο πατριάρχης θέλησαν να μεταφέρουν οι ίδιοι το νεκροτομείο στην εκκλησία, για να λάβουν τη χάρη να αγγίξουν το σώμα του αγίου. Οι γονείς και η νύφη τους συνόδευσαν, κλαίγοντας. Τόσοι πολλοί άνθρωποι συγκεντρώθηκαν, πρόθυμοι να αγγίξουν το πολύτιμο σώμα, που ήταν αδύνατο να μεταφέρουν το νεκροτομείο λόγω του πλήθους. Για να αναγκάσει το πλήθος να υποχωρήσει και να δώσει χώρο για την εκκλησία, ο αυτοκράτορας διέταξε να πεταχτεί ασήμι και χρυσός στο πλήθος, αλλά κανείς δεν έδωσε προσοχή. Όλοι ήταν πρόθυμοι μόνο να δουν και να αγγίξουν τον άνθρωπο του Θεού. Ο Πάπας στη συνέχεια προέτρεψε τον λαό, ζητώντας τους να σταματήσουν και υποσχόμενος να μην θάψει το πολύτιμο σώμα μέχρι να το φιλήσουν όλοι και να λάβουν χάρη μέσω της αφής του. Με δυσκολία, ο λαός, πεπεισμένος, δίστασε ελαφρώς και επέτρεψε τη μεταφορά του αγίου σώματος στον καθεδρικό ναό, όπου παρέμεινε για μια ολόκληρη εβδομάδα, επιτρέποντας σε όποιον επιθυμούσε να το προσκυνήσει. Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της εβδομάδας, οι κλαίγοντας γονείς και η νύφη στέκονταν κοντά στο φέρετρο του Αγίου Αλεξίου. Ο Τσάρος διέταξε να κατασκευαστεί ένας μαρμάρινος τάφος, στολισμένος με χρυσό και σμαράγδια, στον οποίο ενταφιάστηκε ο άνθρωπος του Θεού. Αμέσως, από το άγιο σώμα έρεε ευωδιαστό μύρο, γεμίζοντας τη λειψανοθήκη. Όλοι άλειψαν τον εαυτό τους με αυτό το μύρο για την θεραπεία όλων των ασθενειών και έθαψαν τα πολύτιμα λείψανα του Αγίου Αλεξίου με τιμή, δοξάζοντας τον Θεό.
Ο Άγιος Αλέξιος εκοιμήθη την δέκατη έβδομη ημέρα του Μαρτίου, το έτος 5919 από την κτίση του κόσμου και το 411 από την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, όταν ο Ονώριος βασίλευε στη Ρώμη υπό τον Πάπα Ιννοκέντιο και ο Θεοδόσιος ο Νεότερος βασίλευε στην Κωνσταντινούπολη και πάνω σε όλους αυτούς βασίλευε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, ο οποίος πάντοτε βασίλευε μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες. Αμήν.
Τροπάριο, Ήχος 4:
Αφού ανήλθες στην αρετή και καθάρισες το νου σου, έφτασες στον επιθυμητό και τελικό σου στόχο: αφού στολίσατε τη ζωή σας με απάθεια και αφού λάβατε αρκετή νηστεία με καθαρή συνείδηση, στην προσευχή, σαν να έμεινες ασώματος, έλαμψες σαν τον ήλιο στον κόσμο, πανευλογημένε Αλέξιε.
Κοντάκιον, Ήχος 2:
Θεωρώντας το σπίτι των γονιών σου ξένο, εγκαταστάθηκες σε αυτό μέσα στη φτώχεια και, μετά τον θάνατό σου, αφού έλαβες στέφανο δόξας, εμφανίστηκες ως θαύμα στη γη, Αλέξιε, άνθρωπος του Θεού, χαρά αγγέλων και ανθρώπων.
* * *
Σημειώσεις
1968 Η Ρώμη, η πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, βρίσκεται στην κεντρική Ιταλία, εκτείνεται και στις δύο όχθες του ποταμού Τίβερη, όπου αυτός εκβάλλει στη θάλασσα. Σύμφωνα με τον αρχαίο θρύλο, ιδρύθηκε από τον Ρωμύλο (πέθανε το 707 π.Χ.) στον Παλατίνο Λόφο το 753 π.Χ. και στη συνέχεια εξαπλώθηκε σε έξι γειτονικούς λόφους, εξ ου και το όνομά της, η Πόλη των Επτά Λόφων. Αναφορές σε αυτούς τους επτά λόφους της Ρώμης βρίσκονται επίσης στην Αποκάλυψη ( Αποκ. 17:9 ). Στην αρχή της ιστορίας της, η Ρώμη αποτελούνταν μόνο από ομάδες καλύβων φτιαγμένων από πηλό και καλυμμένων με καλάμια, αλλά στη συνέχεια άρχισε να πλουτίζει ως αποτέλεσμα επιτυχημένων πολέμων με γειτονικούς λαούς – τους Σαβίνους, τους Βόλσκους, τους Λατίνους, τους Γαλάτες και τους Ετρούσκους – οι οποίοι ενώθηκαν όλοι υπό ρωμαϊκή κυριαρχία το 273 π.Χ. Στη συνέχεια, οι Ρωμαίοι άρχισαν να υποτάσσουν τους λαούς που ζούσαν εκτός Ιταλίας και σύντομα η Καρχηδόνα, η Μακεδονία, η Ελλάδα, η Ιλλυρία και η Ασία, οι οποίες είχαν παραχωρηθεί ειρηνικά στους Ρωμαίους με τη θέληση του βασιλιά της Περγάμου Άτταλου Γ΄ το 132 π.Χ., έγιναν επαρχίες της Ρώμης. Το 63 π.Χ., ο Ρωμαίος στρατηγός Πομπήιος εισήλθε στην Ιουδαία μετά από έναν τρίμηνο αγώνα και κατέλαβε την Ιερουσαλήμ. Από τότε και στο εξής, οι Εβραίοι έγιναν υποτελείς της Ρώμης και έχασαν για πάντα την ελευθερία και την ανεξαρτησία τους. Υπό τον Αύγουστο, τον πρώτο Ρωμαίο αυτοκράτορα, στο 30ό έτος της βασιλείας του οποίου γεννήθηκε ο Κύριος Ιησούς Χριστός, η Αίγυπτος υποτάχθηκε επίσης στη Ρώμη. Έτσι, πριν από την έλευση του Χριστού Σωτήρα, η Ρώμη απέκτησε δύναμη και δόξα, ενσωματώνοντας στην αυτοκρατορία της σχεδόν όλους τους τότε γνωστούς λαούς. πλούτος από όλο τον κόσμο εισέρρεε σε αυτήν. οι υποθέσεις όλων των λαών αποφασίζονταν στη Ρωμαϊκή Γερουσία. Αλλά η εποχή της δύναμης της Ρώμης ήταν η αρχή της παρακμής της. Οι αδιάκοποι πόλεμοι κατέστρεψαν και μείωσαν τις πλούσιες τάξεις των Ρωμαίων πολιτών, ενώ οι πλούσιες και ευγενείς οικογένειες, αγοράζοντας τις γαίες των κατεστραμμένων οικογενειών για ένα ψίχουλο, έγιναν ακόμη πιο πλούσιες. Κατά συνέπεια, ο πληθυσμός της Ρώμης χωρίστηκε σε δύο τάξεις: τους πλούσιους και τους φτωχούς. Ενώ η πολυτέλεια των πρώτων έφτασε σε σχεδόν απίστευτες διαστάσεις, οι δεύτεροι ζούσαν στη φτώχεια και την καταπίεση. Ολόκληρες περιουσίες δαπανήθηκαν για ένα μόνο γεύμα, ενώ οι φτωχοί δεν είχαν ούτε μια κόρα ψωμί. Από την εποχή της κατάκτησης της Ελλάδας, άρχισαν να εξαπλώνονται στη Ρώμη φιλοσοφικές διδασκαλίες που υπονόμευαν τη λαϊκή θρησκεία, και ένα κύμα απιστίας εξαπλώθηκε πρώτα στις ανώτερες και στη συνέχεια στις κατώτερες τάξεις: οι θρησκευτικές πεποιθήσεις χλευάζονταν ανοιχτά στις θεατρικές παραστάσεις. Μαζί με την απιστία, άρχισε να εξαπλώνεται και η ανηθικότητα. Η ακολασία, φτάνοντας στο σημείο να διαπράττονται αφύσικες κακίες ( Ρωμαίους 1:26-27 ), αντικατέστησε την προηγούμενη αγνότητα και αυστηρότητα των ηθών. Και μόνο η αναγεννητική δύναμη του Χριστιανισμού έσωσε τη Ρώμη από την τελική καταστροφή. Ο Χριστιανισμός διείσδυσε στη Ρώμη πολύ νωρίς. Σύμφωνα με την παράδοση, ο αυτοκράτορας Τιβέριος (14-37) είχε ήδη ακούσει το κήρυγμα του Χριστού. Υπό τον διάδοχό του Κλαύδιο (41–54), υπήρξαν έντονες διαμάχες στη Ρώμη μεταξύ Ιουδαίων Χριστιανών και Ιουδαίων. Υπό τον Νέρωνα (54–68), χάρη στο κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου, οι οποίες διήρκεσαν δύο ολόκληρα χρόνια ( Πράξεις 28:30)), οι Χριστιανοί πολλαπλασιάστηκαν. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του δεύτερου αυτοκράτορα, υπήρξε ο πρώτος διωγμός των Χριστιανών, οι οποίοι κατηγορήθηκαν άδικα ότι πυρπόλησαν τη Ρώμη: κατά τη διάρκεια αυτού του διωγμού, οι άγιοι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος μαρτύρησαν. Αλλά ο διωγμός δεν κατέστρεψε τον Χριστιανισμό: υπό τον Δομιτιανό (81-91), διείσδυσε ακόμη και στην οικογένεια του αυτοκράτορα: ο αδελφός του Δομιτιανού, Φλάβιος Κλήμης, εκτελέστηκε επειδή ήταν Χριστιανός. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας αυτού του αυτοκράτορα, ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος εξορίστηκε στο νησί της Πάτμου, όπου έλαβε μια αποκάλυψη για τα μελλοντικά πεπρωμένα του κόσμου και της Εκκλησίας ( Αποκ. 1:9 ). Από την εποχή του Νέρωνα και του Δομιτιανού, οι διωγμοί των Χριστιανών συνεχίστηκαν μέχρι το 313. Ήταν ιδιαίτερα έντονοι υπό τον αυτοκράτορα Διοκλητιανό (285-306), ο οποίος έθεσε τα θεμέλια για τη διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Επέλεξε τον Μαξιμιανό ως συγκυβερνήτη του και μοίρασε το κράτος μεταξύ του εαυτού του, στη συνέχεια κάθε συγκυβερνήτης επέλεξε έναν βοηθό, έτσι ώστε η αυτοκρατορία να χωριστεί σε τέσσερα μέρη. Μετά την παραίτηση του Διοκλητιανού και του Μαξιμιανού, η διακυβέρνηση πέρασε στον Κωνστάντιο Χλωρό και τον Γαλέριο, τον πρώτο διαδέχθηκε ο γιος του Κωνσταντίνος (306), ο οποίος εξέδωσε διάταγμα το 313 που επέτρεπε σε όποιον επιθυμούσε να ασπαστεί τον Χριστιανισμό. Έχοντας γίνει μοναδικός ηγεμόνας (324), μετέφερε την έδρα του ανατολικά, στο Βυζάντιο, που αργότερα ονομάστηκε Κωνσταντινούπολη. Εδώ περιέβαλε τον εαυτό του με Χριστιανούς, τους οποίους διόρισε στις υψηλότερες κυβερνητικές θέσεις. Καθιέρωσε τον εορτασμό της Κυριακής με νόμο, έχτισε πολλές εκκλησίες. Με τη βοήθειά του, συγκλήθηκε η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος (325). Υπό τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο τον Μέγα, ο οποίος απαγόρευσε την παγανιστική λατρεία με διάταγμα το 392, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία χωρίστηκε τελικά σε Ανατολική και Δυτική (395). Η πρώτη έπεσε στα χέρια των Τούρκων το 1453 υπό τον Μωάμεθ Β’, και η δεύτερη, η οποία περιλάμβανε την Ιταλία, την Αφρική, τη Βρετανία και την Ισπανία, έπεσε το 476. Το 476, μετά την παραίτηση του τελευταίου Ρωμαίου αυτοκράτορα, Ρωμύλου Αυγούστου, ο Οδόακρος, ηγέτης των Ερούλων, ανέβηκε στο θρόνο της Ιταλίας.
1969 Η ρωμαϊκή ημέρα, όπως και η νύχτα, χωριζόταν σε τέσσερα μέρη, που ονομάζονταν πρώτη, τρίτη, έκτη και ένατη ώρα. Η πρώτη ώρα ήταν η έβδομη, όγδοη και ένατη ώρα το πρωί. η τρίτη ήταν η δέκατη, ενδέκατη και δωδέκατη ώρα. η έκτη ήταν η πρώτη, δεύτερη και τρίτη ώρα το απόγευμα. και η ένατη ήταν η τέταρτη, πέμπτη και έκτη ώρα το απόγευμα.
1970 Αυτό που διέκρινε τα πορφυρικά υφάσματα από τα άλλα ήταν το κόκκινο χρώμα τους· η βαφή για αυτά λαμβανόταν από ένα ειδικό είδος φυκιών.
1971 Η Λαοδίκεια, μια αρχαία πόλη στην περιοχή της Φρυγίας στη Μικρά Ασία, στη συμβολή των ποταμών Λύκου και Αλίφα, ιδρύθηκε από τον Αντίοχο Β΄ (261–246 π.Χ.) προς τιμήν της συζύγου του Λαοδίκης. Την εποχή του Χριστού, ήταν σχεδόν η πρώτη πόλη στη Μικρά Ασία, καθώς βρισκόταν στον εμπορικό δρόμο που συνέδεε την Ανατολή με τη Δύση. Η αρχή του Χριστιανισμού εδώ πιθανότατα δεν τέθηκε από τον ίδιο τον Απόστολο Παύλο ( Κολοσσαείς 2:1 ), αλλά από τον δάσκαλο της εκκλησίας των Κολοσσαίων, Επαφρά ( Κολοσσαείς 1:7 ). Ο Απόστολος Παύλος έγραψε μια ειδική επιστολή προς την Εκκλησία της Λαοδίκειας. Αναφέρεται επίσης στην Αποκάλυψη μεταξύ των πιο αξιοσημείωτων εκκλησιών της Μικράς Ασίας ( Αποκ. 3:14–22 ). Το 360, πραγματοποιήθηκε στη Λαοδίκεια μια Τοπική Σύνοδος, οι κανόνες της οποίας (60) σχετικά με τη σειρά της λατρείας και τη συμπεριφορά του κλήρου και των λαϊκών συμπεριλήφθηκαν στον εκκλησιαστικό κανόνα. Το 1255, η πόλη καταλήφθηκε από τους Τούρκους και το 1402 καταστράφηκε από τον Ταμερλάνο. Τώρα, μόνο ερείπια σε έναν χαμηλό λόφο κοντά στο κατεστραμμένο χωριό Εσκί-Γκισάρ έχουν απομείνει για να υποδηλώνουν την αρχαία πόλη που κάποτε βρισκόταν εδώ.
1972 Μεσοποταμία, δηλαδή, Μεσοποταμία, αρχαία Σεναάρ ( Γέν. 10:10 ), η γενέτειρα και η κατοικία του Αβραάμ πριν εισέλθει στη γη της Χαρράν ( Γέν. 11:28 · Πράξεις 7:2 )· αυτό είναι το όνομα που δίνεται στην περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα στους ποταμούς Τίγρη και Ευφράτη, που οριοθετείται στα νότια από τον Περσικό Κόλπο και στα βόρεια από τα βουνά της Αρμενίας. Με στενότερη έννοια, η Μεσοποταμία αναφέρεται στο βόρειο τμήμα αυτής της περιοχής, το λεγόμενο Ελ-Τζεζίρ, ενώ το νότιο τμήμα της περιοχής είναι γνωστό ως Βαβυλωνία, το σημερινό Ιράκ-Αραβία, δηλαδή, η αρχαία Βαβυλωνία. Κατά τη Ρωμαϊκή εποχή, η χώρα χωρίστηκε σε δύο μέρη: την Οζροηνή στα δυτικά, η οποία έπεσε στη Ρώμη το 217 μ.Χ. με πρωτεύουσά της την Έδεσσα, και τη Μυγδονία στα ανατολικά, με πρωτεύουσά της τη Νίσιβη, η οποία καταλήφθηκε το 115 μ.Χ. από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Τραϊανό. Ο Χριστιανισμός στη Μεσοποταμία ιδρύθηκε από τον Ιούδα ή Θάδδαιο, σύντροφο του Αποστόλου Ερμά —σύμφωνα με την παράδοση, έναν από τους εβδομήντα μαθητές του Κυρίου Ιησού Χριστού. Ο Ιούδας ίδρυσε την εκκλησία στην Έδεσσα. Ο Άγιος Εφραίμ ο Σύρος (3ος-4ος αιώνας) γεννήθηκε κοντά στη Νίσιβη. Ο Θωμάς Βαρσουμάς, επίσκοπος Νίσιβης, ήταν ένθερμος υποστηρικτής της αίρεσης του Νεστορίου, η οποία δίδασκε ότι ο Λόγος του Θεού, αιώνια γεννημένος από τον Πατέρα, κατοικούσε μόνο στον άνθρωπο Ιησού, υπάρχοντας μαζί Του σε μια ιδιαίτερη, ηθική ένωση. Τον 11ο αιώνα, υπό τις επιθέσεις των Σελτζούκων και των Τούρκων, η Μεσοποταμία παρήκμασε και τώρα ανήκει στην Τουρκία. Οι κάτοικοί της είναι Τούρκοι, Κούρδοι, Άραβες, Αρμένιοι και Σύριοι. Η Μεσοποταμία έπαιξε σημαντικό ιστορικό ρόλο υπό την ασσυριακή και βαβυλωνιακή κυριαρχία.
1973 Η Έδεσσα, η σημερινή Ούρφα, πόλη στη βόρεια Μεσοποταμία στις όχθες του ποταμού Ευφράτη, από το 137 π.Χ. πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους της Οζροηνής ή της Έδεσσας. Το 217 μ.Χ. μετατράπηκε σε ανατολική αποικία από τους Ρωμαίους. Ο Χριστιανισμός εξαπλώθηκε νωρίς στην Έδεσσα. Τον 4ο αιώνα, ο Άγιος Εφραίμ ο Σύρος ίδρυσε εδώ μια θεολογική σχολή, η οποία τον 5ο αιώνα έτεινε προς τον Νεστοριανισμό, υπέρ του οποίου ο δάσκαλος της σχολής της Έδεσσας, Πρεσβύτερος Ίβας, ήταν ιδιαίτερα δραστήριος. Το 641, η Έδεσσα κατακτήθηκε από τους Άραβες χαλίφηδες. Το 1098, ο Κόμης Βαλδουίνος την κατέλαβε, καθιστώντας την πρωτεύουσα του Πριγκιπάτου της Έδεσσας. Το 1144, κατακτήθηκε από τους Τούρκους και από τότε άλλαξε χέρια μέχρι που τελικά έπεσε υπό τουρκική κυριαρχία το 1637.
1974 Το Άγιο Πρόσωπο του Ιησού Χριστού, ή ubrus, με το πρόσωπο του Σωτήρα αποτυπωμένο πάνω του, το οποίο έστειλε στον Άβγαρο, πρίγκιπα της Έδεσσας, για να τον θεραπεύσει από μια οφθαλμική πάθηση. Το Άγιο Πρόσωπο παρέμεινε στην Έδεσσα μέχρι το 994, όταν αγοράστηκε από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο και μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 16 Αυγούστου. Από εκεί, κλάπηκε από τους Βενετούς και βυθίστηκε στη Θάλασσα του Μαρμαρά. Εορτάζει: 16 Αυγούστου.
1975 Η Κιλικία, μια περιοχή της Μικράς Ασίας, που βρίσκεται στα νοτιοανατολικά, αρχικά έπεσε υπό την κυριαρχία της Μακεδονίας, στη συνέχεια ανήκε στα βασίλεια των Πάρθων και των Αρμενίων. Το 68 π.Χ., το καλύτερο, ανατολικό τμήμα της έγινε ρωμαϊκή επαρχία. Τελικά υποτάχθηκε υπό τον Βεσπασιανό (69-79). Ο Απόστολος Παύλος καταγόταν από την πρωτεύουσα της Κιλικίας, την Ταρσό ( Πράξεις 9:11 ), αποσύρθηκε εδώ μετά τη μεταστροφή του ( Πράξεις 9:30 ) και, φυσικά, κήρυξε το Ευαγγέλιο εδώ. Στο δεύτερο ταξίδι του, ο Απόστολος πέρασε από την Κιλικία, ενισχύοντας τους πιστούς ( Πράξεις 15:41 ). Τώρα η Κιλικία ανήκει στην Τουρκία.
1976 Η Ρουθ, Μωαβίτισσα εκ γενετής, θεωρήθηκε άξια να συμπεριληφθεί στη γενεαλογία του Δαβίδ ως προγονή του ( Ρουθ 4:17 ) και επομένως στη γενεαλογία του ίδιου του Ιησού Χριστού ( Ματθαίος 1:5 ). Η ιστορία της περιέχεται στο ιερό βιβλίο που φέρει το όνομά της.
1977 Αυτός ήταν ο Πάπας Ιννοκέντιος Α΄ (402–417). Πολέμησε το σχίσμα των Δονατιστών, πείθοντας τον αυτοκράτορα Ονώριο να εκδώσει αυστηρό νόμο εναντίον τους και επικύρωσε το συνοδικό διάταγμα (416) εναντίον των Πελαγιανών αιρετικών, οι οποίοι αρνούνταν την αναγκαιότητα της χάρης για τη σωτηρία. Ήταν ο πρώτος που καθιέρωσε το δόγμα του παπικού πρωτείου, επικαλούμενος το γεγονός ότι είναι οι διάδοχοι του Αποστόλου Πέτρου.
1978 Εδώ, φυσικά, μιλάμε για τον Αρκάδιο, τον Ανατολικό Ρωμαίο Αυτοκράτορα, γιο του Θεοδοσίου του Μεγάλου, ο οποίος, μετά τον θάνατο του πατέρα του (395), έλαβε την λεγόμενη Ανατολική Αυτοκρατορία, ενώ ο αδελφός του Ονώριος έλαβε τη Δυτική Αυτοκρατορία. Γεννήθηκε το 377 και πέθανε το 408. Καθ’ όλη τη διάρκεια της βασιλείας του, το κράτος κυβερνιόταν από ανθρώπους που ήξεραν πώς να υποτάσσουν τον αδύναμο αυτοκράτορα στην επιρροή τους. Έτσι, στην αρχή της βασιλείας του, το κράτος κυβερνιόταν από τον Ρουφίνο, ο οποίος αύξησε το ήδη τεράστιο βάρος των φόρων, πολλαπλασίασε τον αριθμό των χρηματικών προστίμων και έτσι έφερε τρόμο στην αυτοκρατορία. Μετά τον θάνατο του Ρουφίνου, τη θέση του πήρε ο ευνούχος Ευτρόπιος, ο οποίος, με σκοπό να πλουτίσει, έπεισε τον αυτοκράτορα να εκδώσει έναν αυστηρό νόμο (397), τιμωρώντας με θάνατο και δήμευση περιουσίας κάθε κακόβουλη πρόθεση όχι μόνο εναντίον του αυτοκράτορα αλλά και εναντίον υψηλόβαθμων αξιωματούχων. Τελικά, η αυτοκράτειρα Ευδοκία εξασφάλισε την εκτέλεση του Ευτροπίου (399) και ο Αρκάδιος υποτάχθηκε πλήρως στη σύζυγό του, γνωστή για την εχθρότητά της προς τον Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο , τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Με την επιμονή της, ο αυτοκράτορας επιβεβαίωσε την απόφαση της «Συνόδου υπό τη Βελανιδιά» (403) να καθαιρέσει τον Ιωάννη Χρυσόστομο και να τον στείλει στην εξορία, αλλά αργότερα τον ανακάλεσε, φοβούμενος λαϊκή αναταραχή. Το 404, διέταξε ξανά την εξορία του, κάνοντας το, όπως και την πρώτη φορά, υπό την επιρροή της Ευδοκίας, η οποία είχε προσβληθεί από τα κηρύγματα του Ιωάννη Χρυσοστόμου, τα οποία κατήγγειλαν την πολυτελή και ανήθικη ζωή της αυλής. Υπό τον Αρκάδιο, ιεραπόστολοι, εφοδιασμένοι με τις επιστολές του, κήρυξαν τον Χριστιανισμό σε όλες τις επαρχίες σε εκείνους τους ειδωλολάτρες που δεν είχαν ακόμη προσηλυτιστεί στον Χριστό.
Ονώριος, Δυτικός Ρωμαίος Αυτοκράτορας, αδελφός του Αυτοκράτορα Αρκαδίου. Στην αρχή της βασιλείας του, η κυβέρνηση διοικούνταν από τον οξυδερκή πολιτικό και φημισμένο διοικητή Στιλίχωνα, ο οποίος επανειλημμένα απέκρουσε τις επιθέσεις κατά της αυτοκρατορίας από τους Βησιγότθους, τους Βανδάλους, τους Σουηβούς και τους Βουργουνδούς. Μετά την πτώση και την εκτέλεσή του, η τύχη της αυτοκρατορίας επιδεινώθηκε. Το 408, ο ηγέτης των Βησιγότθων, Αλάριχος, πολιόρκησε τη Ρώμη και την ανάγκασε να πληρώσει βαρύ φόρο υποτέλειας, και το 410, κατέλαβε την πόλη και την εγκατέλειψε στη λεηλασία των στρατευμάτων του. Μετά τον θάνατο του Αλάριχου, ο κουνιάδος του, Αταούλφος, σύναψε ειρήνη με τον Ονώριο, μετά την οποία οι Βησιγότθοι αποσύρθηκαν πέρα από τις Άλπεις. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ονωρίου, πραγματοποιήθηκε σύνοδος το 411 εναντίον των Δονατιστών σχισματικών, οι οποίοι είχαν χωριστεί από την Εκκλησία επειδή δέχονταν μετανοημένους αποστάτες κατά τη διάρκεια διωγμού, πιστεύοντας ότι η Εκκλησία έπαυε να είναι αγία αν υπήρχαν αμαρτωλοί μεταξύ των μελών της. Με εντολή του Ονωρίου, όλοι οι εναπομείναντες παγανιστικοί ναοί καταστράφηκαν και οι ίδιοι οι παγανιστές απομακρύνθηκαν από κυβερνητικές θέσεις.
1979 Οι διευθυντές της ιεραποστολής που βρισκόταν υπό τον πατριάρχη ονομάζονταν charteraries.
1980 Το σώμα του θάφτηκε στην εκκλησία του Μάρτυρα Βονιφατίου το 1216 και μια μεγαλοπρεπής εκκλησία χτίστηκε πάνω από αυτήν.












