ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ
ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ
ΤΙΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΕΣ ΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ
«Λόγος εἰς τὸν Τίμιον καὶ Ζωοποιὸν Σταυρόν»
– Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ (νεοελληνικὴ ἀπόδοση) ( Ν Ε Ο )
Λόγος εις την Ύψωσιν του Τιμίου Σταυρού και εις την Αγίαν Ανάστασιν.
ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ
Λόγος εἰς τήν Ὕψωσιν τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ
Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΥΨΩΣΙΣ
ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Τὰς ἐν λάρυγγι Σῶτερ ὑψώσεις φέρει,
Ὑψούμενον βλέπουσα τὸν Σταυρὸν κτίσις.
Ὑψώθη δεκάτῃ, Σταυροῦ ξύλον, ἠδὲ τετάρτῃ.
«ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ ΣΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΜΕΝ ΔΕΣΠΟΤΑ»
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η Παγκόσμια Ύψωση του Τιμίου Σταυρού αποτελεί έναν σπουδαίο εορτολογικό σταθμό του εκκλησιαστικού έτους. Στις 14 Σεπτεμβρίου σύμπασα η Ορθοδοξία τιμά τον Σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως το «καύχημά» Της και η «δόξα» Της. Πηγές της εκκλησιαστικής μας ιστορίας αναφέρουν ότι η εορτή της Παγκόσμιας Ύψωσης είχε καθιερωθεί από τα αρχαία χρόνια, ίσως μάλιστα να είχε καθιερωθεί και από αυτόν τον Μέγα Κωνσταντίνο, κατά προτροπή προφανώς της μητέρας του αγίας Ελένης, αμέσως μετά την εύρεση του Τιμίου Ξύλου στα Ιεροσόλυμα, γύρω στο 330 μ.Χ.
Η τιμή προς τον Τίμιο Σταυρό ανάγεται στους αποστολικούς χρόνους. Οι επιστολές του αποστόλου Παύλου είναι γεμάτες από χωρία με τα οποία ο μέγας απόστολος εξαίρει τον ρόλο του Σταυρού στην διαδικασία της σωτηρίας του κόσμου. Πρώτος ο Παύλος ομίλησε για την καύχηση του Σταυρού του Χριστού. Οι αποστολικοί Πατέρες ομιλούν και αυτοί με σεβασμό και τιμή προς το ιερό σύμβολο, μέσω του οποίου έγινε η καταλλαγή με το Θεό και επιτεύχθηκε η σωτηρία με την απολυτρωτική θυσία του Χριστού.
Οι κατακόμβες είναι γεμάτες από χαραγμένους σταυρούς. Οι διωκόμενοι χριστιανοί από τους φανατικούς ειδωλολάτρες θεωρούσαν τους εαυτούς τους τύπους του αδίκως παθόντος Κυρίου Ιησού Χριστού. Πίστευαν ότι εξαιτίας της πίστεώς τους στο Χριστό έφεραν και αυτοί το δικό τους σταυρό, γι αυτό το ιερό αυτό σύμβολο ήταν τόσο αγαπητό σε αυτούς. Αυτό τους εμψύχωνε και τους έδινε τη δύναμη του μαρτυρίου.
Η δύναμη του Τιμίου Σταυρού φάνηκε στο θαυμαστό όραμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στα 312, ενώ βάδιζε εναντίον του Μαξεντίου κοντά στη Ρώμη. Ο Κωνσταντίνος εξέφραζε την νέα εποχή, σε αντίθεση με τους συναυτοκράτορές του, οι οποίοι εξέφραζαν και προσπαθούσαν να συντηρήσουν τον παλιό κόσμο, που κατέρρεε ραγδαία. Ο μεγάλος αυτοκράτορας είδε στον ουρανό, ημέρα μεσημέρι, το σημείο του σταυρού, σχηματισμένο με αστέρια, και την επιγραφή «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ», επίσης σχηματισμένη με αστέρια. Ήταν η 28η Οκτωβρίου 312. Από εκείνη την ώρα έδωσε διαταγή το σημείο αυτό να γίνει το σύμβολο του στρατού του. Χαράχτηκε παντού, στις ασπίδες των στρατιωτών, στα κράνη, στα λάβαρα, και αλλού.
Ο εχθρός κατατροπώθηκε και ο Κωνσταντίνος έγινε μονοκράτωρ του απέραντου κράτους. Δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι η δύναμη του Σταυρού του είχε χαρίσει αυτή την περήφανη νίκη, γι αυτό προσέγγισε τη νέα ανερχόμενη θρησκευτική πίστη των χριστιανών. Κατάλαβε ο μεγάλος και διορατικός εκείνος άνδρας ότι το μέλλον της ανθρωπότητας ανήκε στον Χριστιανισμό, όπως και έγινε. Έτσι έδωσε αμέσως διαταγή να σταματήσουν οι διωγμοί εναντίον των χριστιανών, καθώς και όλων όσων διώκονταν για τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Με το γνωστό «Διάταγμα των Μεδιολάνων» κατοχυρώθηκε η ανεξιθρησκία στο κράτος. Παράλληλα υιοθέτησε τις ευαγγελικές αρχές για να γίνουν η βάση του δικαίου και της νομοθεσίας του (κατάργηση δουλείας, κοινωνική πρόνοια, αργία Κυριακής, κλπ). Για να είναι δίκαιος με όλους τους υπηκόους παρέμεινε προστάτης και της εθνικής θρησκείας (Μέγας Αρχιερεύς).
Το 326 αναχώρησε για τους Αγίους Τόπους η ευσεβής χριστιανή μητέρα του αγία Ελένη. Με την γενναία επιχορήγηση του Κωνσταντίνου άρχισε το κτίσιμο λαμπρών ναών επί των ιερών προσκυνημάτων. Επίκεντρο ήταν ο Πανάγιος Τάφος του Κυρίου. Στο σημείο εκείνο ο αυτοκράτορας Αδριανός είχε κτίσει το 135, κατά τη δεύτερη καταστροφή της Ιερουσαλήμ, ναό της Αφροδίτης.
Πρώτη ενέργεια της αγίας Ελένης ήταν η ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού, ο οποίος είχε ριχτεί από τους ρωμαίους σε παρακείμενη χωματερή. Σύμφωνα με την παράδοση οδηγήθηκε εκεί από ένα αρωματικό φυτό που φύτρωνε στο μέρος εκείνο, το γνωστό μας βασιλικό. Ύστερα από επίπονες ανασκαφές τελικά βρέθηκαν τρεις σταυροί, του Κυρίου και των δύο ληστών. Οι εκκλησιαστικοί ιστορικοί Φιλοστόργιος και Νικηφόρος αναφέρουν ότι ο Σταυρός του Κυρίου εντοπίσθηκε ύστερα από θαύμα, τοποθετήθηκε πάνω σε νεκρή γυναίκα και αυτή αναστήθηκε!
Η πιστή βασιλομήτωρ, με δάκρυα στα μάτια παρέδωσε τον Τίμιο Σταυρό στον Πατριάρχη Μακάριο, ο οποίος στις 14 Σεπτεμβρίου του έτους 335 τον ύψωσε στον φρικτό Γολγοθά και τον τοποθέτησε στον πανίερο και περικαλλή ναό της Αναστάσεως, τον οποίο είχε ανεγείρει η αγία πάνω από τον Πανάγιο Τάφο και ο οποίος σώζεται ως σήμερα. Το σημαντικό αυτό γεγονός σημάδεψε την ζωή της Εκκλησίας και γι αυτό άρχισε να εορτάζεται ως λαμπρή ανάμνηση. Έτσι καθιερώθηκε η μεγάλη εορτή της Παγκόσμιας Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.

Праздник Всемирного Воздвижения Животворящего Креста Господня
Миниатюра Минология Василия II.
Константинополь. 985 г. Ватиканская библиотека. Рим.
Παγκόσμιος Ύψωση τού Ζωοποιού Σταυρού τού Κυρίου
Μινιατούρα στο Μηνολόγιο τού Βασίλειου Β.
Κωνσταντινούπολη. 985μ.Χ. (Βιβλιοθήκη τού Βατικανού. Ρώμη).


Крестовоздвижение (14 сентября)
Менологий на 14-17 сентября
Византия. Греция; XIV в.; памятник:
Византийский менологий (Byzantine illumination Menologion);
10 x 13 см.; местонахождение: Англия. Оксфорд.
Бодлеанская Библиотека
Η Παγκόσμια Ύψωση του Τιμίου Σταυρού
Μηνολόγιο 14 – 17 Σεπτεμβρίου
Βυζαντινή Μηνολόγιο τού 14ου αιώνα μ.Χ.
Τώρα ευρίσκεται στην Αγγλία. Οξφόρδη.
Bodleian Βιβλιοθήκη (Bodleian Library)
Όμως την αγία αυτή ημέρα εορτάζουμε και την δεύτερη ύψωση. Στα 613 οι Πέρσες κυρίεψαν την Παλαιστίνη, λεηλάτησαν και κατέστρεψαν τα ιερά προσκυνήματα και πήραν ως λάφυρο τον Τίμιο Σταυρό και τον μετέφεραν στη χώρα τους. Η παράδοση αναφέρει ότι άπειρα θαύματα γινόταν εκεί. Οι πυρολάτρες Πέρσες θεώρησαν το Τίμιο Ξύλο μαγικό και γι αυτό το φύλασσαν και το προσκυνούσαν, χωρίς να γνωρίζουν την πραγματική του φύση και ιδιότητα! Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος μετά την νίκη του εναντίον των Περσών παρέλαβε τον Τίμιο Σταυρό και τον μετέφερε στην Ιερουσαλήμ. Ο Πατριάρχης Ζαχαρίας τον ύψωσε εκ νέου στο ναό της Αναστάσεως. Ήταν 14 Σεπτεμβρίου του 626.

Ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Παυλίνος αναφέρει στην ενδέκατη επιστολή του ότι η τοπική εκκλησία των Ιεροσολύμων θεώρησε ότι ο Σταυρός του Χριστού ανήκει σε όλη την χριστιανοσύνη και γι αυτό αποφάσισε να τεμαχίσει το Τίμιο Ξύλο και να το διανείμει σε όλη την Εκκλησία. Έτσι διασώθηκαν μέχρι σήμερα πολλά τεμάχια, τα οποία φυλάσσονται ως τα πολυτιμότερα κειμήλια, κυρίως στις ιερές μονές του Αγίου Όρους. Μια εσχατολογική προφητεία λέγει πως ένα από τα συγκλονιστικά γεγονότα του τέλους του κόσμου θα είναι και η επανένωση του Τιμίου Σταυρού!
Οι ορθόδοξοι πιστοί τιμούμε με ιδιαίτερο τρόπο την αγία ημέρα της Υψώσεως του Σταυρού του Κυρίου μας. Η ιερές ακολουθίες έχουν πανηγυρικό χαρακτήρα, ενώ έχει θεσπισθεί αυστηρή νηστεία. Κατακλύζουμε του ιερούς ναούς προκειμένου να προσκυνήσουμε τον Τίμιο Σταυρό και να αντλήσουμε δύναμη και χάρη ουράνια από αυτόν. Παίρνουμε μαζί μας κλώνους βασιλικού ως ευλογία και τον εναποθέτουμε στα εικονίσματα ως ελιξίριο κατά του κακού. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η τιμή και η προσκύνηση του Σταυρού είναι προσκύνηση του Ίδιου του Εσταυρωμένου Λυτρωτή μας Χριστού και όχι ειδωλολατρική πράξη, όπως κακόβουλα μας κατηγορούν οι ποικιλώνυμοι αιρετικοί. Ο Σταυρός του Κυρίου μας είναι το καύχημά μας, το νικηφόρο λάβαρο κατά του μεγαλύτερου εχθρού μας, του διαβόλου, το αήττητο όπλο κατά του πολυπρόσωπου κακού. Με ένα στόμα και με μια καρδιά ψάλλουμε τον υπέροχο παιάνα τροπάριο της μεγάλης εορτής: «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.
Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου, νίκας τοῖς Βασιλεῦσι κατὰ βαρβάρων δωρούμενος καὶ τὸ σὸν φυλάττων διὰ τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα.
Μετὰ τὴν α’ Στιχολογίαν, Κάθισμα
Ἦχος δ’
Ταχὺ προκατάλαβε
Ἐν σοὶ τρισμακάριστε, καὶ ζωοδότα Σταυρέ, λαοὶ εὐωχούμενοι, πανηγυρίζουσι νῦν, ἀΰλων σὺν τάγμασι· τάξεις Ἀρχιερέων, εὐσεβῶς ἀνυμνοῦσι· πλήθη τῶν Μοναζόντων, εὐλαβῶς προσκυνοῦσι· Χριστὸν δὲ τὸν σταυρωθέντα πάντες δοξάζομεν.
Μετὰ τὴν β’ Στιχολογίαν, Κάθισμα
Ἦχος δ’
Ἐπεφάνης σήμερον
Ὁ Σταυρός σου Κύριε, ὡς φῶς ἐκλάμπων, τὰς τοῦ σκότους φάλαγγας, ἀποδιώκει, καὶ πιστούς, καταφαιδρύνει τοὺς ψάλλοντας· Σταυρὸς ὑπάρχει τοῦ κόσμου τὸ καύχημα.
Κάθισμα
Δόξα… Καὶ νῦν… Τῆς Ἑορτῆς
Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς
Ἐν Παραδείσῳ με τὸ πρὶν ξύλον ἐγύμνωσεν, οὗπερ τῇ γεύσει ὁ ἐχθρὸς εἰσφέρει νέκρωσιν· τοῦ Σταυροῦ δὲ τὸ ξύλον, τῆς ζωῆς τὸ ἔνδυμα, ἀνθρώποις φέρον, ἐπάγη ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ κόσμος ὅλος, ἐπλήσθη πάσης χαρᾶς· ὃν ὁρῶντες ὑψούμενον, Θεῷ ἐν πίστει λαοί, συμφώνως ἀνακράζομεν· Πλήρης δόξης ὁ οἶκός σου.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Αὐτόμελον.
Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ ἑκουσίως, τῇ ἐπωνύμῳ σου καινὴ πολιτεία, τοὺς οἰκτιρμούς σου δώρησαι, Χριστὲ ὁ Θεός, Εὔφρανον ἐν τῇ δυνάμει σου, τοὺς πιστοὺς Βασιλεῖς ἡμῶν, νίκας χορηγῶν αὐτοῖς, κατὰ τῶν πολεμίων, τὴν συμμαχίαν ἔχοιεν τὴν σήν, ὅπλον εἰρήνης, ἀήττητον τρόπαιον.
Ὁ Οἶκος
Ὁ μετὰ τρίτον οὐρανὸν ἀρθεὶς ἐν Παραδείσῳ, καὶ ῥήματα τὰ ἄρρητα καὶ θεῖα, ἃ οὐκ ἐξὸν γλώσσαις λαλεῖν, τὶ τοῖς Γαλάταις γράφει, ὡς ἐρασταὶ τῶν Γραφῶν, ἀνέγνωτε καὶ ἔγνωτε. Ἐμοί, φησί, καυχᾶσθαι μὴ γένοιτο, πλὴν εἰ μὴ ἐν μόνῳ τῷ Σταυρῷ τῷ τοῦ Κυρίου, ἐν ᾧ παθών, ἔκτεινε τὰ πάθη. Αὐτὸν οὖν καὶ ἡμεῖς βεβαίως κρατῶμεν τοῦ Κυρίου τὸν Σταυρὸν καύχημα πάντες· ἔστι γὰρ σωτήριον ἡμῖν τοῦτο τὸ ξύλον, ὅπλον εἰρήνης ἀήττητον τρόπαιον.
Ἐξαποστειλάριον τῆς Ἑορτῆς
Ἦχος γ’
Ὁ οὐρανὸν τοῖς ἄστροις
Τὸν ποιητὴν τῶν αἰώνων, καὶ τῶν Ἀγγέλων Δεσπότην, ἀποτεκοῦσα Παρθένε, τοῦτον ἱκέτευε δεῖξαι, τῆς δεξιᾶς παραστάτας, μερίδος τοὺς σοὺς οἰκέτας.
Εἰς τὸν Στίχον, Στιχηρὰ Προσόμοια.
Ἦχος β’, Οἶκος τοῦ Ἐφραθᾶ
Λόγχην σὺν τῷ Σταυρῷ, τοὺς ἥλους καὶ τὰ ἄλλα, ἐν οἷς τὸ ζωηφόρον, Χριστοῦ ἐπάγη σῶμα, ὑψοῦντες προσκυνήσωμεν.
Στίχ. Ὑψοῦτε Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν καὶ προσκυνεῖτε τῷ ὑποποδίῳ τῶν ποδῶν αὐτοῦ.
Ὕλην φθοροποιόν, ἐξαίρει ἁμαρτίας, τὸ τοῦ Σταυροῦ σου ξύλον, ὑψούμενον Σωτήρ μου, λαμπρύνει δὲ τὰ σύμπαντα.
Στίχ. Ὁ δὲ Θεὸς Βασιλεὺς ἡμῶν πρὸ αἰώνων εἰργάσατο σωτηρίαν ἐν μέσῳ τῆς γῆς.
Ὕδατι θεουργῷ, καὶ αἵματί σου Λόγε, λαμπρῶς ἡ Ἐκκλησία, στολίζεται ὡς νύμφη. Σταυροῦ τὴν δόξαν μέλπουσα.
Θεοτοκίον
Ἦχος β’
Οἶκος τοῦ Ἐφραθᾶ
Χαίροις τὸ τῶν πιστῶν, φυλακτήριον θεῖον, ἀπροσμάχητον τεῖχος, Σταυρὸς ὁ τοῦ Κυρίου, δι᾽ οὗ ἀπὸ γῆς ἤρθημεν.

ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ
ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ
ΤΙΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΕΣ ΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΝΙΚΩΝ ΠΑΡΘΕΝΩΝ
ΠΙΣΤΕΩΣ, ΕΛΠΙΔΟΣ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΑΥΤΩΝ ΣΟΦΙΑΣ

ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΟΦΙΑΣ
ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΥΓΑΤΕΡΩΝ ΑΥΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ, ΕΛΠΙΔΟΣ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΣ
(σελίδες 497 – 514)
I. IRIARTE Regiae bibliothecae matritensis codices graeci mss.

Αγία Σοφία
και οι τρεις θυγατέρες της Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη

Eις την Σοφίαν.
Eυφραίνεται νυν ως Δαβίδ ψάλλων λέγει,
Mήτηρ κατ’ ευχάς η Σοφία εν τέκνοις.
Eις την Πίστιν, Eλπίδα και Aγάπην.
Τῇ πρὸς σὲ πίστει Πίστις, Ἐλπίς, Ἀγάπη,
Αἱ τρεῖς, Τριάς, κλίνουσιν αὐχένας ξίφει.
Ἑβδομάτῃ δεκάτῃ Ἀγάπην τάμον, Ἐλπίδα, Πίστιν.
Το Συναξάρι των τεσσάρων αγίων
Μεταξύ των αρχαιότερων μαρτύρων της χριστιανικής πίστεως συγκαταλέγονται η αγία Σοφία και οι τρείς θυγατέρες της Πίστις, Έλπίς και Αγάπη, αφού πρόσφεραν την ζωή τους ως «λογική λατρεία» στον Ιησού Χριστό, κατά τα χρόνια που αυτοκράτορας στην Ρώμη ήταν ο Αδριανός
(117-138).
Η αγία ζωή τους και το μαρτυρικό τέλος των τριών θυγατέρων αποτελούσαν επί αιώνες παράδειγμα προς μίμηση των χριστιανών. Η μνήμη τους τιμόταν με ευλάβεια και οι διηγήσεις για την άθλησή τους αποτελούσαν προσφιλές άκουσμα και εποικοδομητικό ανάγνωσμα. Ιδιαίτερα μάλιστα κατά την βυζαντινή περίοδο, όποτε είχαν αναδειχθεί σημαντικοί συναξαριστές και αγιολόγοι. Το υλικό αυτό, διάσπαρτο σε διάφορες συλλογές, το περισυνέλεξε με ζήλο και με κόπο ο άγιος Συμεών (περί το 910-987).
Μεταξύ των έργων του, ο άγιος Συμεών (τιμάται στις 9 Νοεμβρίου), έγραψε και το «Μαρτύριον των αγίων γυναικών Σοφίας και των θυγατέρων αυτής Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης» (περιέχεται στον τόμο 115, στήλες 497-514 της Ελληνικής Πατρολογίας του J. – P.Migne), από το οποίο και αντλούνται όλα τα στοιχεία που παρατίθενται στη συνέχεια του παρόντος.

Χήρα με τρείς θυγατέρες στη Ρώμη
Στα χρόνια που βασίλευε στην κοσμοκράτειρα Ρώμη ο Αδριανός, σε μια πόλη της Ιταλίας (οι παλαιότερες πηγές αναφέρουν ότι αυτή βρισκόταν κοντά στα Μεδιόλανα, το σημερινό Μιλάνο), ζούσε η ευσεβής και πιστή στον Θεό Σοφία. Καταγόταν από σπουδαία οικογένεια, αλλά σχετικά νωρίς έμεινε χήρα με τρείς θυγατέρες. Για λόγους που δεν είναι γνωστοί, αργότερα η Σοφία πήρε τις τρείς κόρες της και πήγε στη Ρώμη, όπου συνέχισαν την ενάρετη ζωή τους. Ο συναξαριστής σημειώνει ότι οι θυγατέρες της ήταν και οι τρείς πολύ όμορφες αλλά και με άριστη αγωγή. Άλλωστε η μητέρα τους δεν είχε μόνο το όνομα Σοφία. Διέθετε και την όντως σοφία, που πηγάζει από τον Θεό, γιατί και έχει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της αγνότητας, της ειρήνης, της επιείκειας, της υπακοής, της ευσπλαχνίας και των καλών έργων.
Έτσι, δεν επέλεξε συμπτωματικά και τα ονόματα των τριών θυγατέρων της, αφού τους έδωσε τα ονόματα που συνοψίζουν τις τρείς βασικές αρετές του χριστιανού, τις οποίες επισημαίνει ο απόστολος Παύλος στον «ύμνο της αγάπης» (Α΄ Κορ. 13,13): νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη. Και τόσο με το παράδειγμα της όσο και με την ανατροφή που τους έδωσε, οι τρείς θυγατέρες της επιβεβαίωναν στην πράξη ότι όντως βίωναν και την πίστη και την ελπίδα και την αγάπη. Ήταν αντάξια προς τη ρίζα και τον κορμό κλαδιά!
Στη Ρώμη όπου ζούσαν πλέον μητέρα και κόρες, ο αυτοκράτορας Αδριανός, αν και διακρινόταν για τη μεγάλη μόρφωση του, για το πολιτιστικό του έργο και άλλα –σε αντίθεση με έτερους προκατόχους του πολλοί από τους οποίους ήταν αγροίκοι-, εντούτοις δεν έδειξε την απαιτούμενη προσπάθεια και ευελιξία για να κατανοήσει το πνεύμα και την ανωτερότητα της νέας χριστιανικής πίστεως, που κήρυξε ο Ιησούς Χριστός και οι απόστολοι του. Μένοντας προσκολλημένος στην ειδωλολατρία, κήρυξε το έτος 126 μ.Χ. διωγμό κατά των χριστιανών, τους οποίους άλλοτε με βασανιστήρια και άλλοτε με υποσχέσεις ή απειλές, προσπαθούσε να πείσει να αρνηθούν την πίστη τους και να θυσιάσουν στους ειδωλολατρικούς θεούς.

Συλλαμβάνονται και οδηγούνται στον αυτοκράτορα
Δεν άργησε να γίνει γνωστή στην Ρώμη η άφιξη της Σοφίας και των θυγατέρων της, όχι μόνο γιατί ήταν από σπουδαία οικογένεια, αλλά κυρίως από το γεγονός ότι μια χήρα γυναίκα με τρείς ωραιότατες κόρες ζούσαν με σύνεση και αρετή, σε μια κοινωνία κατά βάση έκφυλη και αμαρτωλή. Και ο αρχέκακος διάβολος που οθονεί και πολεμά την σωφροσύνη, την αγνότητα και την αφοσίωση στον Θεό, μηχανεύτηκε ένα τρόπο για να θέσει σε δοκιμασία τις τέσσερις αυτές ψυχές. Και πως ενήργησε;
Υποκίνησε τον Αντίοχο, που ήταν διοικητής της Ρώμης, να ενημερώσει τον αυτοκράτορα Αδριανό, «με δόλια γλώσσα και λόγια μίσους», ότι οι τέσσερις αυτές ψυχές πιστεύουν στον Θεό των χριστιανών και περιφρονούν τους δικούς τους θεούς.
Ο αυτοκράτορας εξοργίστηκε. Και έδωσε αμέσως εντολή στον επικεφαλής των σωματοφυλάκων του να σπεύσουν να συλλάβουν τη Σοφία και τις τρείς θυγατέρες της, προκειμένου να τις οδηγήσουν ενώπιόν του. Η εντολή εκτελέστηκε χωρίς καθυστέρηση. Καθώς δε οι σωματοφύλακες εμφανίστηκαν για να τις συλλάβουν, μητέρα και κόρες, ενωμένες πνευματικά και αποφασισμένες για να δώσουν ομολογία πίστεως «παντί τω αιτούντι», καθώς οδηγήθηκαν στο βήμα του ηγεμόνα, νοερά ζήτησαν την ενίσχυση του Χριστού, που είχε διαβεβαιώσει τους μαθητές και αποστόλους του, αλλά και κάθε χριστιανό: Να μη φοβηθείτε αυτούς που θανατώνουν το σώμα, δεν μπορούν όμως να θανατώσουν την ψυχή· και όταν σας οδηγήσουν σε ηγεμόνες και βασιλείς, θα σας φωτίσει ο Θεός για το τι θα πείτε.(Ματθ. 10, 18. 19. 28). Κάνοντας μάλιστα το σημείο του σταυρού πήραν δύναμη απομακρύνοντας κάθε ίχνος φόβου, αν και βρίσκονταν μπροστά στο φοβερό και αγέρωχο δικαστή, στον οποίο τις είχε παραπέμψει ο Αδριανός. Εκείνος καθώς τις αντίκρισε έτσι ευγενικές, όμορφες και με παρρησία να στέκονται μπροστά του και να ακτινοβολούν από ουράνια γλυκύτητα και σεμνότητα, δεν θέλησε να αρχίσει την εξέταση τους αμέσως. Επηρεάστηκε τόσο που για λίγα λεπτά της ώρας έμεινε να τις θαυμάζει.

Ομολογία πίστεως και μητρικές παραινέσεις
Στη συνέχεια, διέταξε να απομακρύνουν τις τρείς θυγατέρες από τη μητέρα τους και να τις φυλάνε σε άλλο μέρος, απευθυνόμενος σ’ αυτήν της είπε: Κυρία μου, είναι πολύ σοβαρό παράπτωμα να αρνηθείς τα πατροπαράδοτα έθη και τους σεβάσμιους θεούς μας. Γιατί προξένησες στη Ρώμη διχόνοια και ταραχή, διαδίδοντας ότι οι θεοί μας δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα και ότι είναι απλά ονόματα χωρίς περιεχόμενο; Πές μου, από πού κατάγεσαι, ποιο είναι το γένος σου, το όνομα σου και σε τι πιστεύεις!
Η αγία μητέρα απάντησε με παρρησία: Το πρώτο και εξαιρετικά πολύτιμο όνομά μου είναι αυτό που προέρχεται από το Χριστό, το όνομα «χριστιανή». Οι γονείς μου με ονόμασαν Σοφία. Ως προς το γένος μου; Ανήκω σε γενιά που κατείχε τα ανώτατα αξιώματα στην Ιταλία, που είναι και η επίγεια πατρίδα μου. Από όλα όμως αυτά υπερηφανεύομαι με σεμνότητα περισσότερο για την ιδιότητα της χριστιανής, γιατί φανερώνει ότι ανήκω στο Χριστό, στον οποίο με αφιέρωσαν μόλις γεννήθηκα οι γονείς μου, ενώ κι εγώ σ’ αυτόν έχω αφιερώσει τις τρείς θυγατέρες μου. Επιθυμούμε μάλιστα, μέσα στην ίδια τη Ρώμη, μένοντας ακλόνητες στην πίστης μας στο Θεό, να μεταβούμε «εκ του θανάτου εις την ζωήν» και να κληρονομήσουμε στον ουρανό τα αγαθά που μας ετοίμασε εκείνος.
Αφού τελείωσε η πρώτη αυτή εξέταση, προκειμένου να σκεφθεί το επόμενο βήμα του, ο δικαστής παρέδωσε τις τρείς θυγατέρες στη συγκλητική Παλλαδία για να τις κρατήσει στο σπίτι της, ώστε μετά από τρείς ημέρες να οδηγηθούν ενώπιόν του για να τις ανακρίνει. Έτσι η μητέρα τους Σοφία βρήκε την ευκαιρία και τον χρόνο να απευθύνει στις κόρες της τις απαραίτητες παραινέσεις, λέγοντας τα εξής:
«Εγώ, παιδιά μου αγαπημένα, ως μητέρα που σας έφερα στον κόσμο, σας ανέθρεψα εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Επειδή λοιπόν οι περιστάσεις σας καλούν σε πνευματικούς αγώνες, δείξτε ποιά από σας είναι ο άξιος καρπός των λόγων μου. Τη δε αρετή, στην οποία εδώ και χρόνια έχετε ασκηθεί, ας μη την καταβάλει το κακό που προσωρινά θα εκδηλωθεί εναντίον σας. Ούτε η αδύναμη πλάνη να υπερισχύσει της χριστιανικής αλήθειας, που είναι από καθετί πιο ισχυρή. Δεν σας κρύβω, βέβαια, ότι η νεαρή ηλικία σας μου προκαλεί μικρό φόβο. Γι’ αυτό δείξτε προσοχή και μη δειλιάσετε μπροστά στην απειλή, αφού ακατάβλητη δύναμή σας θα έχετε τη συμμαχία του Χριστού μας. Κάνετε ώστε με τον αγώνα σας να σκιρτήσουν από χαρά τα γηρατειά μου. Κρατήστε ανυποχώρητη την ομολογία της πίστεως σας στον Κύριο, για να σας στεφανώσει με τα ίδια τα χέρια του. Και τότε θα είστε για πάντα μαζί του, θα απολαμβάνετε την άφθαρτη και αιώνια χαρά και θα είστε μαζί με τους αγγέλους και όλους τους αγίους του. Άλλωστε, γνώρισμα των συνετών είναι να θυσιάζουν τα μικρά για τα μεγάλα, τα ασταθή για τα διαρκή, τα πρόσκαιρα για τα αιώνια. Διότι το πιο πολύτιμο πράγμα είναι το να εξαγοράσει ο άνθρωπος με το αίμα του μαρτυρίου του, που θα χύσει υπέρ του Χριστού, την ουράνια βασιλεία του».





Мцц. Вера, Надежда, Любовь и София. Икона. Москва. XV в. 25,5 х 21. “Ризница Троице – Сергиевой Лавры” СПГИХМЗ.
Πίστη, Ελπίδα, Αγάπη και Σοφία. Εικονίδιο του 15ου αιώνα. Μόσχα. “Σκευοφυλάκιο της Αγίας Τριάδας – Αγίου Σεργίου Λαύρας”
Ο δικαστής κολακεύει, υπόσχεται και απειλεί
Ενώ μ’ αυτά τα λόγια ενίσχυε τις τρείς θυγατέρες της η μητέρα τους Σοφία, οι αντάξιες κόρες έτσι της απάντησαν: «Εσύ, σεβαστή μας μητέρα, να μας στηρίζεις με τις παραινέσεις σου, που τις θεωρούμε αγαθό φυλαχτό. Αλλά και ο Κύριός μας, που μας παρότρυνε να μη μεριμνήσουμε πως ή τι θα πούμε όταν μας οδηγήσουν ενώπιον ηγεμόνων και βασιλέων (πρβλ. Μ. 10, 18-19), εκείνος, όντας αξιόπιστος, δεν θα διαψευσθεί. Και ως παντοδύναμος που είναι θα τηρήσει την υπόσχεσή του και θα μας χαρίσει σοφία, με την οποία θα μπορέσουμε να νικήσουμε τη σοφία των ειδωλολατρών που είναι ανόητη».
Ύστερα λοιπόν από τρείς ημέρες, πήραν οι σωματοφύλακες τις αγνές κόρες από το σπίτι της συγκλητικής Παλλαδίας και τις έφεραν ενώπιον του δικαστή για εξέταση. Αυτός, έχοντας αρκετή εμπειρία αλλά και πανουργία, σκέφθηκε να αλλάξει το φρόνημα και την πίστη τους με κολακείες, ελπίζοντας πως κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δύσκολο, λόγω του νεαρού της ηλικίας τους. Έτσι απευθύνθηκε προς αυτές με τούτα τα λόγια:
«Βλέποντας, παιδιά μου την ομορφιά σας και τη γλυκύτητα της μορφής σας, νομίζω πως δεν γεννηθήκατε από ανθρώπους αλλά από κάποιους θεούς, για να σας θαυμάζουν όσοι σας βλέπουν. Γι’ αυτό κι εγώ, αγαπητές μου νέες, δείχνοντας και πατρική στοργή προς εσάς, παρακαλώ πολύ να μη θελήσετε να παρακούσετε σε μένα, που σαν πατέρας σας αγαπά. Άλλωστε, σκεφθείτε πρώτα τη μητέρα σας που στη γεροντική ηλικία της θα μαστιγωθεί, αν εσείς δεν πεισθείτε στα λόγια μου. Έπειτα σκεφθείτε τη δική σας νεαρή ηλικία. Είστε στο άνθος της ομορφιάς σας, την οποία μπορεί να θαυμάζω όπως κάθε άνθρωπος που σας βλέπει, δεν θα διστάσω όμως και να τη βλάψω –παρόλο που δεν θα το θελα- αν με λυπήσετε με την παρακοή σας και με εξοργίσετε. Και τότε θα χαθείτε με κακό και επώδυνο τρόπο. Ας μη οδηγηθούμε εκεί. Εσείς πρέπει να χαίρεστε, να είστε ευτυχισμένες, να απολαμβάνετε πλούτο, δόξα, βασιλική εύνοια και να ζείτε μες στα καλά του καιρού και της
ηλικίας σας».
Κι ενώ αυτά τα κολακευτικά και συνάμα απειλητικά λόγια έλεγε ο δικαστής, οι τρείς θυγατέρες της Σοφίας, η Πίστις, η Ελπίς, και η Αγάπη, έτσι του απάντησαν με παρρησία:
«Εμείς ούτε στις υποσχέσεις σου υποχωρούμε, ούτε τις απειλές για τα βασανιστήρια υπολογίζουμε, γιατί όλα τα γήινα τα περιφρονήσαμε και τα μόνα που επιθυμούμε είναι τα αιώνια αγαθά και ο ουράνιος νυμφίος μας Χριστός. Απειλείς να βασανίσεις τη μητέρα μας για να μας εκφοβίσεις, λόγω της φυσικής συμπάθειας μεταξύ μας, αλλά λησμονείς ή δεν γνωρίζεις ότι μ’ αυτό τον τρόπο φέρνεις εκείνη και εμάς πιο κοντά στα ουράνια αγαθά. Άλλωστε, υπάρχει κάτι πιο γλυκό και τέλειο για τους χριστιανούς από το να υφίστανται μαρτύρια για το όνομα του Χριστού; Ακόμα κι αν δεν ελπίζαμε σε ουράνια ανταπόδοση, και μόνο το να μαρτυρούσαμε για τον Κύριο μας και Πλάστη αποτελεί μεγάλη δόξα. Όταν μάλιστα μας περιμένει ουράνια βασιλεία και αιώνια αγαθά, το να προσπαθείς να μας πείσεις με υποσχέσεις για πρόσκαιρα αγαθά είναι ανόητο και ματαιοπονείς. Επομένως ούτε με κολακείες θα μας παρασύρεις, ούτε με απειλές βασανιστηρίων θα μας κάνεις να αρνηθούμε την πίστη μας στο Χριστό».
Και συνεχίζοντας οι τρείς θυγατέρες της αγίας Σοφίας είπαν στον δικαστή: «Σε πληροφορούμε πως αν τυχόν λυπηθείς το κάλος της νεότητας μας, που όπως είπες θεωρείς κάτι το εξαιρετικά σπουδαίο, και δεν μας υποβάλεις σε σκληρά βασανιστήρια, θα μας στεναχωρήσεις περισσότερο. Γιατί στην περίπτωση αυτή θα μας βλάψεις πραγματικά, αφού θα γίνεις αιτία να στερηθούμε την ανταπόδοση των μεγάλων και άφθαρτων αγαθών».
Η γενναιόφρονη στάση των τριών νεανίδων εξέπληξε τον δικαστή. Έτσι αποφάσισε να τις χωρίσει και να εξετάσει την κάθε μία ιδιαίτερα, ελπίζοντας να τις αποδυναμώσει και να επιτύχει στο σκοπό του. Στην αρχή φώναξε τη μητέρα τους Σοφία και τη ρώτησε για το όνομα και την ηλικία των θυγατέρων της. Εκείνη απάντησε πως η πρώτη ονομάζεται Πίστις και είναι δώδεκα χρονών, η δεύτερη Ελπίς και είναι δέκα και η Τρίτη Αγάπη και είναι εννέα χρονών.

Βασανίζεται και τελειούται η Πίστις
Αφού ο δικαστής έμαθε τα παραπάνω, άφησε την αγία Σοφία να βγει από την αίθουσα και πρόσταξε να οδηγηθεί μπροστά του η μεγαλύτερη από τις τρείς, η Πίστις. Οργισμένος της είπε: «Θυσίασε νεαρή μου, στη θεά Άρτεμη, όπως εδώ και πολλά χρόνια κάνουμε όλοι μας». Με έκπληξη του όμως διαπίστωσε ότι η εντολή του έπεσε στο κενό. Όχι μόνο δεν έδειξε την παραμικρή διάθεση να θυσιάσει η Πίστις, αλλά γεμάτη θάρρος που μόνον η συνειδητή πίστη στο Χριστό δίνει, είπε στο δικαστή τα επόμενα:
«Πόσο ανήκουστη είναι η πώρωση σας! Φτάνει μέχρι τα βάθη της ψυχή σας. Αν και είστε πνευματικά τυφλοί, θέλετε να είστε οδηγοί και των άλλων, τους οποίους αναγκάζετε να ακολουθούν το δρόμο που σας οδηγεί στην απώλεια. Ποιος όμως συνετός άνθρωπος θα μπορούσε να αρνηθεί τον αληθινό Θεό που δημιούργησε τον ουρανό και τη γη και όσα υπάρχουν στο σύμπαν, για να θυσιάσει σε θεούς κατασκευασμένους από χέρια ανθρώπων; Πως θα μπορούσε ένας μυαλωμένος άνθρωπος να λατρέψει θεούς χωρίς αισθήσεις που είναι μάλιστα ανύπαρκτοι και ψεύτικοι; Δεν θα ήταν κάτι παρόμοιο φοβερός παραλογισμός; Δεν θα φανέρωνε παραφροσύνη και αυτών που το προστάζουν και εκείνων που συμμορφώνονται σ’ αυτό; Κάνε λοιπόν αυτό που θέλεις. Διάταξε όποια βασανιστήρια επιθυμείς. Διότι είναι προτιμότερο να πάθω τα πάντα, παρά να πεισθώ να πράξω αυτό που θέλεις εσύ».
Η λογική και πειστική ομολογία της Πίστεως δεν συγκίνησε το δικαστή. Αντίθετα τον εξόργισε περισσότερο, αφού ήταν πωρωμένος με τη θρησκεία των ειδώλων. Έτσι πρόσταξε να αρχίσουν τα βασανιστήρια. Με πρώτο αυτό του ραβδισμού. Της αφήρεσαν την εσθήτα, της έδεσαν πισθάγκωνα τα χέρια και οι δήμιοι την έδειραν με χοντρές ράβδους. Άλλ’ ώ του θαύματος. Η τρυφερή δωδεκάχρονη μάρτυς του Χριστού φαινόταν όχι ραβδιζόμενη, αλλά έδειχνε σα να ραίνεται με ρόδα, ενώ στο σώμα της δεν υπήρχε ίχνος μωλωπισμού! Πράγμα που δεν συνέτισε το σκληρό δικαστή. Αντίθετα ερεθίστηκε περισσότερο και αγριεμένος διέταξε τους δήμιους να προχωρήσουν σε ωμότερες πράξεις· να αποκόψουν τους μόλις σχηματιζόμενους μαστούς της Πίστεως. Και τότε συνέβη το πρωτοφανές και εξαίσιο γεγονός: από τις τομές αντί για αίμα έτρεξε σαν από βρύση γάλα! Ούτε αυτό το θαύμα συνέτισε το δικαστή. Ο οποίος έξω φρενών διέταξε τους δήμιους να ξαπλώσουν την καλλίνικη μάρτυρα του Χριστού πάνω σε πυρακτωμένη σχάρα. Όσο όμως εκείνος επινοούσε βασανιστήρια, άλλο τόσο και ο Θεός των χριστιανών προστάτευε την πίστη του δούλη και τη δόξαζε. Έτσι και στην περίπτωση της σχάρας. Ο Κύριος απέβαλε την καυστική ιδιότητα της πυρακτωμένης σχάρας και η μάρτυς του Χριστού διατηρήθηκε τελείως αβλαβής.
Επόμενο μαρτύριο ήταν να τη ρίξουν σε ένα τεράστιο τηγάνι που ήταν πάνω από αναμμένη φωτιά, γεμάτο πίσσα και άσφαλτο. Η Πίστις πρόσταξε να επικαλεστεί την εξ’ ύψους βοήθεια. Και ο «ταχύς εις το ακούσαι» έστειλε αμέσως τη χάρη του: Η φωτιά και η πίσσα που κόχλαζε μεταβλήθηκαν σε δροσιά, η δε μάρτυς έδινε την εντύπωση ότι βρίσκεται σε δροσερό λιβάδι ή σε απαλή χλόη και όχι σε πίσσα και καυτή άσφαλτο. Το γεγονός προκάλεσε το θαυμασμό πολλών παρευρισκόμενων, που δόξαζαν τον Θεό των χριστιανών, όχι όμως και του δικαστή, ο οποίος φανερά εκνευρισμένος και για να προλάβει την προσχώρηση ειδωλολατρών στη χριστιανική πίστη, αποφάσισε τον δια ξίφους θάνατο της αγίας μάρτυρος.
Όταν εξήγγειλε την απόφαση του αυτή, η Πίστις χάρηκε. Και η χαρά της διακρινόταν καθαρά στο πρόσωπο της. Αμέσως δε παρακάλεσε την μεν μητέρα της να προσευχηθεί για να μείνει σταθερή ως το τέλος, τις δε δυο μικρότερες αδερφές της παρότρυνε να μη δειλιάσουν κα χάσουν το βραβείο της άνω κλήσεως. Συγκεκριμένα είπε: «Γνωρίζετε καλά ποιόν ακολουθήσαμε στη ζωή μας και με ποιού τη σφραγίδα σφραγιστήκαμε κατά τη βάπτιση μας. Ας μείνουμε λοιπόν ακλόνητες στην πίστη μας έως τέλους. Ας μη φοβηθούμε και υποχωρήσουμε. Κόρες μιας μητέρας είμαστε. Αυτή μας γέννησε, μας έθρεψε σωματικά και πνευματικά. Το ίδιο φρόνημα και το ίδιο τέλος ας έχουμε και οι τρείς αδερφές. Η πρώτη ας είναι παράδειγμα και για τις άλλες δύο».
Τα λόγια αυτά της Πίστεως γέμισαν θάρρος και δύναμη την Ελπίδα και την Αγάπη, που με τη σειρά τους έδωσαν κουράγιο στην αδερφή τους, ενώ την παρακάλεσαν να προσευχηθεί και για κείνες στο Σωτήρα Χριστό να μείνουν σταθερές και ακλόνητες για να αξιωθούν το στεφάνι της αιώνιας ζωής. Την ίδια στιγμή γενναιόφρονη στάση έδειξε και η μητέρας τους Σοφία. Κατανικώντας το μητρικό φίλτρο, δεν είπε ούτε έπραξε κάτι που να είναι κατώτερο των περιστάσεων. Ένα μόνο κρυφό φόβο είχε μέσα της: Μήπως οι δύο νεότερες κόρε της υπολείπονταν σε σύγκριση με την πρώτη και φαινόταν ότι η ίδια είναι μητέρα μιας μάρτυρος του Χριστού και όχι τριών. Τόση ήταν η αφοσίωση της στον Κύριο και η επιθυμία της να του χαρίσει για πάντα τα σπλάχνα της.
Προπέμποντας λοιπόν τη μεγαλύτερη κόρη στο μαρτύριο, της έλεγε: «Εγώ, παιδί μου, σε γέννησα υποφέροντας τις ωδίνες του τοκετού. Σε έθρεψα και σε έφτασα σ’ αυτή την ηλικία. Τώρα όμως παίρνω την αμοιβή για τους πόνους και τους κόπους μου και μάλιστα πολλαπλάσια. Και παρόλο που κανένα παιδί δεν μπορεί να ανταποδώσει στους γονείς του όσα εκείνοι του πρόσφεραν (και πάνω απ’ όλα την ύπαρξή του), εσύ μου ανταπέδωσες πολύ περισσότερα, αφού με ανέδειξες μητέρα μιας αθλήτριας και μάρτυρος του Χριστού. Πορεύου λοιπόν προς το Σωτήρα μας, τέκνο μου. Πήγαινε, όντας πορφυρωμένη από τα μαρτυρικά αίματα σου. Στάσου ενώπιον του στολισμένη με το κόκκινο χρώμα, που είναι ωραιότερο από κάθε κοκκινάδι και λουλούδι».
Στη συνέχεια η Πίστις, ενισχυμένη και από τα λόγια των αδερφών και της μητέρας της, έσκυψε τον αυχένα και ο δήμιος κατεβάζοντας με δύναμη το ξίφος του, της έκοψε το κεφάλι, ενώ η ψυχή της στεφανωμένη ανήλθε προς το νυμφίο της Χριστό, την κεφαλήν όλων.

Мцц. Вера, Надежда, Любовь и София.
Миниатюра Минология Василия II. Константинополь. 985 г.
Ватиканская библиотека. Рим.
Το Μαρτύριο τών Αγίων Πίστεως, Ελπίδος, Αγάπης και Σοφίας.
Μινιατούρα στό Μηνολόγιο τού Βασίλειου Β. τό ἔτος 985 μ.Χ.
στην Κωνσταντινούπολη.
Τώρα ευρίσκεται στην Βιβλιοθήκη του Βατικανού. Ρώμη.
Η άθληση και το τέλος της Ελπίδος
Το μένος και η καταισχύνη του δικαστή τον ώθησαν στην απόφαση να σκεπάσει την ουσιαστική ήττα του από μία δωδεκάχρονη, με το θάνατο και των δύο νεότερων αδερφών της. Που να ήξερε όμως ότι και από αυτές θα γνώριζε την ήττα και μάλιστα ακόμα πιο οδυνηρή.
Έδωσε λοιπόν εντολή και έφεραν μπροστά του τη δεύτερη, την Ελπίδα. Χωρίς περιστροφές της είπε: «Άκουσε με, νεαρή μου, και πέσε να προσκυνήσεις τη μεγάλη θεά Άρτεμη. Κι αφού το κάνεις αυτό, φύγε ελεύθερη και χαρούμενη». Η Ελπίς όμως δεν δίστασε να του απαντήσει: « Καθώς πίστεψες πως είμαι αδερφή της προηγούμενης, έτσι να πιστέψεις και στην απόφαση μου να δείξω και στην πράξη πως είμαι όντως αδερφή της. Και θέλω να ξέρεις ότι τίποτα απολύτως, ευχάριστο ή δυσάρεστο, δεν θα με κάνει να αλλάξω γνώμη, ούτε την πίστη μου στο Χριστό και Θεό μου».
Έχοντας ήδη την πείρα από τη μεγαλύτερη αδερφή της, ο δικαστής θεώρησε μάταιο να προσπαθήσει με υποσχέσεις ή απειλές να πείσει την Ελπίδα ν’ απαρνηθεί την πίστη της. Έδωσε εντολή ν’ αρχίσουν τα βασανιστήρια. Της αφήρεσαν τα ρούχα και τη μαστίγωσαν με ωμά βούνευρα. Η Ελπίς, όπως και η αδερφή της, έδειχνε ακατάβλητη υπομονή και καρτερία, γεγονός που εξόργισε ακόμα περισσότερο το δικαστή. Γι’ αυτό διέταξε να τη ρίξουν μέσα σε πυρωμένο καμίνι. Και στην περίπτωση αυτή επαναλήφθηκε το θαύμα της καμίνου στη Βαβυλώνα με τους Τρείς Παίδες (βλέπε Δανιήλ κεφ. 3ο). Ενώ οι φλόγες υψώνονταν, την ίδια στιγμή δεν την άγγιζαν. Αυτή παράμενε σώα και αβλαβής, ευχαριστώντας τον Θεό γιατί την προστάτευε και παρακαλώντας τον να εξακολουθήσει να την ενισχύει σε όσα θα ακολουθούσαν, ώστε οι μεν ασεβείς να ντροπιαστούν, ο δε Θεός να δοξαστεί.
Κι ενώ εκείνοι που παρακολούθησαν το θαύμα έμειναν έκπληκτοι από το γεγονός, ο δικαστής πρόσταξε να κρεμάσουν την Ελπίδα σε ένα ξύλο και οι δήμιοι να ξεσκίσουν το παιδικό της σώμα της με τα ειδικά σιδερένια νύχια, όργανο βασανισμού που χρησιμοποιούσαν κατά τους διωγμούς σε βάρος των χριστιανών. Και το μαρτύριο αυτό, ιδιαίτερα επώδυνο, υπέμεινε η αγία κόρη με ευψυχία και καρτερία. Τα μάτια της αυγάζονταν από μια θεϊκή λάμψη, το δε αιματωμένο σώμα της ανέδιδε άρρητη ευωδία, απόδειξη της χάριτος του Θεού. Η ίδια, επιστρατεύοντας ουράνια δύναμη και ένα μειδίαμα στα χείλη της είπε στο δικαστή! «Νομίζεις πως με τα βασανιστήρια θα με κάμψεις· εγώ όμως αντλώ θάρρος από το Χριστό, ο οποίος θα σε αποδυναμώσει γιατί κήρυξες αδυσώπητο πόλεμο σε μια νεαρή κόρη, που μόνο στήριγμα της έχει τον αληθινό Θεό».
Η παρρησία της νεαρής χριστιανής εξόργισε ακόμα περισσότερο τον δικαστή, ο οποίος έδωσε εντολή να ετοιμάσουν ένα λέβητα και αφού τον γεμίσουν με πίσσα και ρετσίνι να τον βάλουν πάνω σε δυνατή φωτιά ώσπου να κοχλάσουν τα υλικά αυτά κι ύστερα να ρίξουν μέσα την Ελπίδα. Ο Θεός όμως για μια ακόμα φορά έσωσε την καλλίνικη μάρτυρα: Πριν την ρίξουν στο μείγμα που κόχλαζε, ο λέβητας διαλύθηκε, το δε μείγμα χύθηκε τριγύρω, με αποτέλεσμα να κάψει πολλούς ειδωλολάτρες που παρακολουθούσαν με περιέργεια τα όσα συνέβαιναν.
Ούτε το συγκλονιστικό αυτό γεγονός συνέτισε το δικαστή, γιατί δεν μπορούσε να εννοήσει με ποια δύναμη επιτελούνταν τα θαυμαστά γεγονότα. Μη θέλοντας λοιπόν να υποστεί και άλλη ήττα μπροστά στα βλέμματα των παρευρισκομένων, αποφάσισε να θανατωθεί η μάρτυς Ελπίς δια του ξίφους, πράγμα που και η ίδια ενδόμυχα επιθυμούσε, ακολουθώντας και το παράδειγμα της αδερφής της Πίστεως που είχε προηγηθεί.

Минологий-Сентябрь
(мцц. Вера, Надежда, Любовь и София).
Фреска Около 1318 г.
церкви Благовещения. Грачаница. Косово. Сербия.
Μηνολόγιο-Σεπτεμβρίου
Το Μαρτύριο τών Αγίων Πίστεως, Ελπίδος, Αγάπης και Σοφίας.
Τοιχογραφία (Fresco) περίπου το έτος 1318 μ.Χ.
στόν Ιερό Ναό τού Ευαγγελισμού τής Θεοτόκου
τής Ιεράς Μονής Γρατσάνιτσα. Κοσσυφοπέδιο. Σερβία
Καθώς η Ελπίς άκουσε την τελική απόφαση του δικαστή, ως τελευταία επιθυμία ζήτησε από τη μητέρα της να προσευχηθεί για κείνη, ενώ η ίδια παρότρυνε με λόγια θερμά τη μικρότερη αδερφή, την Αγάπη, να μην υποκύψει στις υποσχέσεις ή απειλές του δικαστή, αλλά να ακολουθήσει το παράδειγμα των δύο μεγαλύτερων αδερφών της.
Όταν την οδήγησαν στο σημείο όπου θα μαρτυρούσε για τον Ιησού Χριστό, η σορός της αδερφής Πίστεως, κείτονταν ακόμα, ακέφαλη, στο χώμα. Έπεσε στα γόνατα, το αγκάλιασε και το φιλούσε, τιμώντας το ως λείψανο μιας αγίας μάρτυρος, αλλά και σε εκδήλωση μεγάλης αδερφικής αγάπης. Στη σκέψη όμως ότι η αδερφή της μαρτύρησε για την πίστη στον μόνο αληθινό Θεό και Σωτήρα των ανθρώπων, πήρε μεγάλη χαρά και αγαλλίαση. Άλλωστε δεν ήταν πρέπον να κλάψει για μια αγία αδερφή, την οποία σύντομα θα συναντούσε για να είναι αιώνια μαζί, αφού τον ίδιο τρόπο μαρτυρίου θα γνώριζε σε λίγο. Έτσι ήρεμη και με ακλόνητη πίστη και αποφασιστικότητα, έκαμψε τον αυχένα της, το δε ξίφος του δημίου απέκοψε τη νεανική κεφαλή της, για να προστεθεί και η μάρτυς του Χριστού Ελπίς στο νέφος των αγίων του.


Менологий на 14-17 сентября
Византия. Греция; XIV в.; памятник:
Византийский менологий (Byzantine illumination Menologion);
10 x 13 см.; местонахождение: Англия. Оксфорд.
Бодлеанская Библиотека
Το Μαρτύριο τών Αγίων Πίστεως, Ελπίδος, Αγάπης και Σοφίας.
Μηνολόγιο 14 – 17 Σεπτεμβρίου
Βυζαντινή Μηνολόγιο τού 14ου αιώνα μ.Χ.
Τώρα ευρίσκεται στην Αγγλία. Οξφόρδη.
Bodleian Βιβλιοθήκη (Bodleian Library)
Το μαρτύριο της Αγάπης
Μετά το φρικτό μαρτύριο της Πίστεως και της Ελπίδος ο δικαστής, εξουθενωμένος κυριολεκτικά από το γεγονός ότι ούτε το αξίωμα και η εξουσία του, ούτε το κύρος και η εμπειρία του στάθηκαν ικανά να κάμψουν την πίστη και να πείσουν δύο νεαρότατες κόρες, σχεδόν παιδιά ακόμα, να θυσιάσουν στην ψεύτικη θεά Άρτεμη, σκέφθηκε ότι ίσως τα κατάφερνε με την τρίτη, την Αγάπη. Αυτή ήταν μόλις εννέα χρονών. Ασφαλώς και θα την έπειθε. Πιθανόν να είχε τρομάξει από το θάνατο των δύο μεγαλύτερων αδερφών της. Ίσως σκεφτόταν και τη μητέρα της και δεν θα ήθελε να την αφήσει μόνη στη ζωή.
Έδωσε λοιπόν εντολή να την φέρουν μπροστά του. Αφού τη ρώτησε διάφορα και τη κολάκεψε με καλά λόγια και υποσχέσεις, περίμενε πως θα είχε πεισθεί να θυσιάσει. Αλλά είχε κάνει λάθος στις εκτιμήσεις του, γιατί η Αγάπη του είπε με θάρρος τα εξής: «Μη ξεγελιέσαι από τη νεαρή ηλικία μου και νομίζεις πως θα με εξαπατήσεις και θα με παρασύρεις. Σύντομα θα διαπιστώσεις ότι κι εγώ, η μικρότερη, είμαι βλαστάρι από την ίδια ρίζα και κορμό. Από την ίδια μάνα είμαι γεννημένη, όπως και οι δύο αδερφές μου που μαρτύρησαν για το Χριστό. Γι’ αυτό κι εγώ δεν θα ντροπιάσω τη μητέρα και τις δύο αδερφές μου. Είμαι μάλιστα αποφασισμένη και να τις ξεπεράσω στην άθληση και την καρτερία, διότι ξέρω από τα όσα συνέβησαν μ’ αυτές ότι θα έχω αμέριστη τη βοήθεια του Κυρίου και Θεού μου».
Το θάρρος της μικρής σε ηλικία χριστιανής δεν το ανέχθηκε ο ειδωλολάτρης δικαστής. Διέταξε να την κρεμάσουν και να την τεντώσουν με χοντρά σχοινιά τόσο πολύ, που να σπάσουν οι αρθρώσεις των χεριών και των ποδιών της. Η προστασία όμως του Θεού ήταν και εδώ άμεση. Τη διαφύλαξε σώα και αβλαβή. Έπειτα ετοιμάστηκε πυρακτωμένο καμίνι, αλλά προηγουμένως ο δικαστής έκανε άλλη μια απόπειρα να την πείσει με τούτα τα λόγια: «Βλέπεις το πυρακτωμένο καμίνι; Ο μόνος τρόπος για να σώσεις την ζωή σου είναι να σπεύσεις τώρα, να εκτελέσεις αυτό που ζητώ από σένα· να πεις απλά και μόνο ‘’μεγάλη η Άρτεμης’’ και όχι μόνο θα απαλλαγείς από κάθε κατηγορία, αλλά και θα σου φερθώ με μεγάλη επιείκεια». Εκείνη όμως του απάντησε χωρίς δισταγμό: «Ποτέ δεν θα γίνει αυτό. Μακριά από μένα παρόμοια σκέψη. Δεν θα κάνω κάτι που είναι ανούσιο, ούτε θα βάλω στη γλώσσα μου τέτοια ασεβή φράση, που είναι ξένη προς την πίστη μου στο μόνο αληθινό Θεό και δημιουργό της πλάσης.
Απογοητευμένος και οργισμένος ο δικαστής έδωσε αμέσως εντολή να ρίξουν την Αγάπη μέσα στο πυρακτωμένο καμίνι. Πόση όμως ήταν η έκπληξη όλων όταν είδαν τη νεαρή μάρτυρα του Χριστού να πηδάει μόνη της στο καμίνι, πριν προλάβουν να το κάνουν οι δήμιοι. Άλλ’ ώ του θαύματος και πάλι! Αντί να γίνει παρανάλωμα του πυρός, εκείνη στεκόταν ανάμεσα στις φλόγες και ένιωθε σα να βρίσκεται σε ευχάριστο λουτρό. Και το πιο αξιοθαύμαστο; Οι φλόγες σε λίγο διασκορπίστηκαν και άρχισαν να καίνε τους ειδωλολάτρες γύρω από το καμίνι! Ακόμα και στον δικαστή προκάλεσε εγκαύματα. Αυτό συνέβη, σημειώνει ο ιερός συναξαριστής, αφενός για να ελεγχθεί η περισσή ασέβεια του και αφετέρου για να μην αμφιβάλλει και να είναι ο ίδιος μάρτυρας της δυνάμεως του Θεού.
Τα εγκαύματα του δικαστή ήταν σοβαρά. Έτσι αυτός αναγκάστηκε να καλέσει κοντά του τη μάρτυρα Αγάπη. Όταν απεσταλμένοι του πήγαν να τη φέρουν, είδαν ότι κοντά της ήταν κάποιοι χαριτωμένοι και λευκοφορούντες άντρες [άγγελοι του Θεού] οι οποίοι με τη μορφή και την όλη παράστασή τους προκαλούσαν το θαυμασμό και το σεβασμό. Τις ίδιες μορφές είχαν δει και πριν μέσα στο πυρακτωμένο καμίνι να την προστατεύουν και να προσεύχονται μαζί της. Καθώς οι απεσταλμένοι, θέλησαν να πιάσουν τη μάρτυρα Αγάπη και να τη βγάλουν από το καμίνι, ένιωσαν να παραλύουν τα χέρια τους. Μη μπορώντας να κάνουν κάτι άλλο, φώναξαν ικετευτικά προς την Αγάπη: «Βγές από το καμίνι, δούλη του Θεού, γιατί σε θέλει ο δικαστής».
Θα περίμενε κανείς, μετά από όλα τα θαυμαστά που είχαν συμβεί με τις τρείς αδερφές και το πάθημα του ίδιου του δικαστή, αυτός να είχε ανανήψει. Όμως τα μάτια της ψυχής του ήταν κλειστά και ενώ έβλεπε, δεν έβλεπε αληθινά το φώς του Χριστού. Έτσι με τα εγκαύματα στο σώμα του, έδωσε νέα εντολή: Να τρυπήσουν τα μέλη του σώματός της καλλίνικης μάρτυρος με περόνια. Όταν έγινε κι αυτό και επειδή η Αγάπη λίγο νοιαζόταν για τα φρικτά βασανιστήρια, αφού είχε «βοηθό και σκεπαστή» της το Θεό, ο δικαστής έβγαλε την τελική του απόφαση, όμοια με των δύο άλλων αδερφών: τον δια ξίφους αποκεφαλισμό της τρίτης.
Την απόφαση άκουσε η Αγάπη με γενναιότητα και ανδρεία, θεωρώντας την ως την ασφαλή σφραγίδα και επιδοκιμασία της πίστεως και ομολογίας της προς τον Θεό, γι’ αυτό και του απηύθυνε από τα βάθη της καρδιά της την ακόλουθη προσευχή: «Σε ευχαριστώ, Παναγία Τριάδα, που είσαι μία θεότητα, μία δόξα και μία δύναμη, διότι και μένα την ελάχιστη με ανέδειξες άγια για τον ουράνιο νυμφώνα σου και με συναρίθμησες με τις δύο αδερφές μου, οι οποίες μαρτύρησαν για σένα. Και σε παρακαλώ, πανάγαθε θεέ μου, μετά το μαρτυρικό μου τέλος, να ευδοκήσεις να επιζήσει η μητέρα μου, για να επιτελέσει για μας τις δούλες σου όσα είναι καθιερωμένα και αρμόζουν στους κεκοιμημένους».
Αλλά και η μητέρα της ύψωσε στον ουρανό το βλέμμα και την ψυχή της και προσευχήθηκε θερμά. Όχι για να ζητήσει να αποφύγει το μαρτύριο η τρίτη κόρη της, ώστε να την έχει κοντά της στήριγμα και παρηγοριά στα γεράματα της, μιας και οι δύο μεγαλύτερες βρίσκονταν ήδη μάρτυρες στη Βασιλεία του Θεού. Δεν ζήτησε κάτι παρόμοιο, γιατί πίστευε ότι αυτό άρμοζε μόνο σε μητέρες χωρίς γενναιότητα, που έχουν το βλέμμα τους κολλημένο στα γήινα. Εκείνη, η αξιοθαύμαστη μητέρα Σοφία, ήταν συνεπής σε όσα πίστευε. Οι προθέσεις της επιβεβαιώθηκαν στην πράξη με τη θυσία που ακολούθησε. Έτσι λοιπόν, όπως έκανε με την Πίστη και την Ελπίδα, εμψύχωσε και την Αγάπη, στηρίζοντας την να πορευτεί αταλάντευτη προς το μαρτυρικό τέλος και λέγοντας:
«Έυγε, θυγατέρα μου! Είσαι ευλογημένος καρπός της γαστέρας μου, τίμησες τους γονείς σου και δόξασες με την καρτερία σου τον Θεό. Ποιος δεν θα σε παινέψει για την ανδρεία σου; Ποιος για την υπομονή σου; Ποιος για τη σταθερότητα σου; Πορεύσου λοιπόν προς το κοινό Κύριο μας, προς τον άφθαρτο νυμφώνα, προς την ευλογημένη ανάπαυση, για να λάβεις την ανταμοιβή των άθλων σου. Είναι τόσο ωραίο να βλέπω τους αγγέλους να χαίρονται αναμένοντας την τελείωσή σου! Είμαι ευλογημένη ως μητέρα, γιατί αξιώθηκα να τιμήσω την Αγία Τριάδα με τις μάρτυρες θυγατέρες! Ποια δώρα αξιώθηκα να προσφέρω σ’ αυτήν;». Με τέτοια λόγια ενίσχυε την κόρη της η αγία μητέρα και την προέπεμπε στην πορεία που ποθούσαν και οι δύο.
Φθάνοντας η μακαριστή Αγάπη στο τόπο του αποκεφαλισμού, έσκυψε πρόθυμα τον αυχένα της και ο δήμιος εκτέλεσε την εντολή του δικαστή. Έτσι ολοκληρώθηκε η τριπλή θυσία των αγίων και καλλινίκων παρθένων Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης.
Η μητέρα τους Σοφία παρακολουθούσε από κάποια απόσταση την τελευταία πράξη του μαρτυρίου. Κι αφού έφυγαν οι δήμιοι και οι ειδωλολάτρες που έβλεπαν τα γινόμενα, έσπευσε και αγκάλιασε το άψυχο σώμα της κόρης της Αγάπης. Το φιλούσε μη μητρική αγάπη, αλλά και σεβασμό, αφού αυτό άνηκε σε μια μάρτυρα του Χριστού. Στη συνέχεια, εκτελώντας όσα αρμόζουν στους κεκοιμημένους, ράντισε με μύρο το σώμα, το τύλιξε με πολυτελή σάβανα και το έβαλε δίπλα στους σορούς των λειψάνων των δύο άλλων θυγατέρων της, για τις οποίες είχε πράξει προηγουμένως τα ίδια. Κατόπιν εναπέθεσε και τα τρία σε μικρό ναό που είχε χτίσει με δαπάνη της. Με τον τρόπο αυτό η φιλόχριστη μητέρα Σοφία έκανε σε όλους τους χριστιανούς τη μεγάλη πνευματική δωρεά, να έχουν στους αιώνες έναν ανεκτίμητο πλούτο και έναν αδαπάνητο θησαυρό: τρείς αγίες μάρτυρες, κατά σάρκα και πνεύμα αδερφές, την Πίστη, την Ελπίδα και την Αγάπη. Με τις πρεσβείες τους θεραπεύονται ψυχικά και σωματικά πάθη, ενισχύονται οι πιστοί στον πνευματικό τους αγώνα, γνωρίζουν τον Θεό, σώζονται.

Мучение свв. Веры, Надежды, Любви и Софии. Тзортзи (Зорзис) Фука. Фреска. Афон (Дионисиат). 1547 г.
Μαρτύριο των Αγίων Πίστης, Ελπίδας, Αγάπης και Σοφίας.
Τοιχογραφία (Fresco) τοῦ ἔτους 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου Αγίου Όρους
έργο τού Τζώρτζη (Ζώρζης) Fuca.
Η εν ειρήνη κοίμηση της αγίας Σοφίας
Τρείς ημέρες μετά το μαρτυρικό τέλος της Αγάπης και τον ενταφιασμό της, η μητέρα της Σοφία πήγε στο ναΐσκο για να τελέσει τα καθιερωμένα ιερά μνημόσυνα, των τριών καλλίνικων μαρτύρων θυγατέρων της. Εκεί ακριβώς και πάνω από τη λάρνακα που είχαν εναποτεθεί τα ιερά σώματα των αγίων, έκανε γονατιστή την ακόλουθη προσευχή:
«Τίμια σφάγια, που βρίσκεσθε πλέον κοντά στον Θεό, θυσίες που γίνατε ευπρόσδεκτες από τον Ιησού Χριστό, δεχθείτε τη μητέρα σας ως συγκάτοικο στην ίδια σκηνή, στην ουράνια κατοικία σας». Αυτά είπε με πίστη η γενναία και εξαίρετη αυτή μητέρα. Και ήταν τέτοια η επιθυμία της καρδιάς και του νου της, που εισακούσθηκαν τα λόγια της και «κοιμήθηκε τον ύπνο που αρμόζει στους δικαίους», γράφει ο άγιος Συμεών ο Μεταφραστής και συναξαριστής της. Έτσι ετελειώθη και πήγε να συναντήσει τις τρείς θυγατέρες της που μαρτύρησαν για το Χριστό.
Κάποιες ευσεβείς γυναίκες που ήταν μαζί της επιτέλεσαν και για την αγία Σοφία τα καθιερωμένα και αρμόζοντα, τοποθέτησαν σε τη σορό της στην ίδια λάρνακα όπου ήταν εναποτεθειμένα και τα λείψανα των τριών θυγατέρων της. Και το συναξάρι τους τελειώνει ως εξής: «Έπρεπε όντως, όπως των ψυχών τους, έτσι και των σωμάτων, μία να είναι η κατοικία, προς δόξαν του Πατρός και του Υιού και του Αγίου πνεύματος, που είναι μία θεότητα και στην οποία αρμόζει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, τώρα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν».

Минея – Сентябрь (фрагмент). Икона. Русь. Начало XVII в. Церковно-Археологический Кабинет Московской Духовной Академии.
Μηναίο – Σεπτεμβρίου (τεμάχιο). Εικονίδιο. Russ. Αρχές τού 17ου αιώνα στην Εκκλησία καί το Αρχαιολογικό Μουσείο της Θεολογικής Ακαδημίας της Μόσχας.

Мцц. София, Вера, Надежда, Любовь. Миниатюра. Афон (Иверский м-рь). Конец XV в. C 1913 года в Российской Публичной (ныне Национальной) библиотеке в Санкт-Петербурге.
Αγίες Σόφια, Πίστη, Ελπίδα, Αγάπη. Μικρογραφία τού τέλους τού 15ου αιώνα μ.Χ.
στην Ιερά Μονή Ιβήρων. (Άθως). Άγιον Όρος
Από το 1913 στη ρωσική δημόσια (σήμερα Εθνική) βιβλιοθήκη
στην Αγία Πετρούπολη. Ρωσία
Τιμή σε Ανατολή και Δύση
Οι τρείς μάρτυρες θυγατέρες μαζί με τη μητέρα τους αγία Σοφία είναι πολύ αγαπητές και η τιμή τους πολύ διαδεδομένη τόσο στην Ορθόδοξη Ανατολή, όσο και στη Ρωμαιοκαθολική Δύση.
Στην μεν Ανατολή η μνήμη τους εορτάζεται στις 17 Σεπτεμβρίου, στη δε Δύση την 1η Αυγούστου και την 30ή Σεπτεμβρίου. Σώζεται ένα παλαιστινογεωργιανό ημερολόγιο, που ανάγεται στον 10ο αιώνα, και στο οποίο ως ημέρες εορτασμού των αγίων αυτών γυναικών μνημονεύονται η 21η Σεπτεμβρίου, η 24η και 25ηΝοεμβρίου και η 4η Αυγούστου.
Ως προς τα ονόματά τους Σοφία, Πίστις, Ελπίς και Αγάπη σημειώνουμε ότι στα συναξάρια και τα λειτουργικά βιβλία της Δύσης, αναφέρονται άλλοτε στα λατινικά: Sapientia, Fides, Spes και Charitas, και άλλοτε στα ελληνικά (με λατινικούς χαρακτήρες): Sophia, Pistis, Elpis και Agape. Για τον ακριβή τόπο όπου μαρτύρησαν και ενταφιάστηκαν, άλλες μεν αρχαίες πηγές αναφέρουν την Via Aurelia, κοντά στη Ρώμη, άλλες δε την Via Appia.
Ιδιαίτερα στον ελλαδικό χώρο οι ορθόδοξοι χριστιανοί τις τιμούν όχι μόνο με την ανέργεση και αφιέρωση σ’ αυτές μεγαλοπρεπών ιερών ναών ή ταπεινών παρεκκλησίων, αλλά και με το ότι δίνουν στις κόρες τους ένα από τα πλήρη νοήματος ονόματα τους: Σοφία, Πίστις, Ελπίς και Αγάπη.
(πηγη Ἱερός Ναός Ἁγίας Σοφίας Ψυχικοῦ)

Ιερά Λείψανα
Αγια Λειψανα απο την Ιερα Μονη Της Αγιας Αικατερινης η Σινα


Απότμημα του Ιερού Λειψάνου της Αγίας Σοφίας
βρίσκεται στη Μονή Αγίου Νικολάου Καλτεζών Αρκαδίας.



время в храме святого Трофима находится историческая рака, в которой хранились мощи на протяжении 400 лет, и сейчас хранится частица мощей святой мученицы Софии. Здесь же находится другая христианская святыня – частица Животворящего Креста Господня. Удивительно, что эти две святыни пребывают вместе, так как память святых мучениц всегда совпадает с попраздненством Воздвижения Креста Господня.
Храм святого Трофима в Эшо (Abbatiale Saint Trophime) находится по адресу: 24 rue de la 1 Division Blindée, 67114 Eschau.
Η εκκλησία του Αγίου Trophime είναι ένα ιστορικό μνημείο , στην οποία τα λείψανα για 400 χρόνια, και σήμερα φυλάσσονται τα λείψανα του αγίου μάρτυρα Σόφια. Υπάρχει επίσης ένα άλλο χριστιανικό κειμήλιο – ένα κομμάτι του Τιμίου Σταυρού. Παραδόξως, αυτές οι δύο λάρνακες που διαμένουν μαζί, επειδή η μνήμη των αγίων μαρτύρων συμπίπτουν πάντοτε με poprazdnenstvom Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.
Η Εκκλησία του Αγίου Trophime σε Esho (Abbatiale Αγίου Trophime) βρίσκεται στο 24 rue de la 1 Division Blindée, 67114 Eschau στο Στρασβούργο


Саркофаг из песчанника XIV века, в котором до Революции хранились честные мощи свв. Софии и ее дочерей. С 1938 года в нем содержится одна из двух частиц мощей св. Софии, принесенных из Рима в том же году. Над саркофагом расположены скульптуры (слева-направо): св. мученика Христофора , свв. мучениц Веры, Надежды, Любови и Софии, епископа Ремигия, основателя аббатства.
Εκκλησία Αγίου Τροφίμου. Η σαρκοφάγος του ψαμμίτη του XIV αιώνα, η οποία πριν από την Επανάσταση φυλάσσονται τα λείψανα των Αγίων. Σόφια και τις κόρες της. Από το 1938, περιέχει ένα από τα δύο σωματίδια του λειψάνου του Αγίου Σόφια, έφερε από τη Ρώμη κατά το ίδιο έτος. Πάνω από τη σαρκοφάγο που βρίσκεται γλυπτική (αριστερά προς τα δεξιά): St. Christopher ο Μάρτυρας, Αγ. Μαρτύρων Πίστη, Ελπίδα, Αγάπη και Σοφία, Επίσκοπος Remigius, ο ιδρυτής της μονής.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Σοφία ἐκθρέψασα, κατὰ τὴν κλῆσιν σεμνή, τᾶς τρεῖς θυγατέρας σου, ταύτας προσάγεις Χριστῷ, ἀθλήσεως σκάμασιν ὅθεν τῆς ἄνω δόξης, σὺν αὐταὶς κοινωνοῦσα, πρέσβευε τῷ Σωτήρι, καλλιμάρτυς Σοφία, δοῦναι τοὶς σὲ τιμώσι, χάριν καὶ ἔλεος.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Χαίρει ἔχουσα ἡ Ἐκκλησία, σὲ καὶ τέκνα σου καύχημα θεῖον, καὶ γηθοσύνως εὐφημεῖ σε κραυγάζουσα. Σύ μου ὑπάρχεις τὸ καύχημα, καὶ τῶν σῶν τέκνων τὰ πάντιμα λείψανα, μάρτυρες ἔνδοξοι, Σοφία, Πίστις, Ἐλπὶς καὶ Ἀγάπη, Χριστῷ τῷ Θεῷ πρεσβεύσατε σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ὡς ἐλαία κατάκαρπος ἀνεβλάστησας ἐν ταῖς αὐλαῖς τοῦ Κυρίου, Σοφία μάρτυς σεμνὴ καὶ προσήγαγες Χριστῷ καρπὸν ἡδύτατον τοὺς τῆς νηδύος σου βλαστούς, δι’ ἀγώνων εὐαγῶν, Ἀγάπην τε καὶ Ἐλπίδα σὺν τῇ θεόφρονι Πίστει· μεθ’ ὧν δυσώπει ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
᾿Εν ταῖς μάρτυσι λάμπεις Σοφία ἔνδοξε, καὶ στεφάνοις τῆς νίκης περικοσμεῖσαι λαμπροῖς· δι᾿ ὃ ἐν ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς εὐφημοῦμέν σε, ὅτι θυγάτρια σεμνὰ τῷ μαρτυρίῳ ὁδηγεῖς, ᾿Αγάπην Πίστιν ᾿Ελπίδα· μεθ᾿ ὧν μὴ παύσῃ πρεσβεύειν, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Τὰς ψυχὰς δεσμευθεῖσαι πόθω Χριστοῦ, τῶν φθαρτῶν καὶ προσκαίρων τὴν καλλονήν, ἐν λήθῃ παρεδραμετε, ὡς τοῦ Λόγου μαθήτριαι, ἀσκητικῶς τὸ πρῶτον, τὰ πάθη νεκρώσασαι, καὶ ἀλγειναὶς βασάνοις, στερρῶς ἐναθλήσασαι, ὅθεν ὁ Δεσπότης, τῆς διπλῆς μαρτυρίας, στεφάνους ἐδωρήσατο, καὶ νυμφῶνος ἠξίωσε, Παμμακάριστοι Μάρτυρες, πρεσβεύσατε Χριστῷ τῶ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοὶς ἑορτάζουσι πόθω, τὴν ἁγίαν μνήμην ὑμῶν.
Κοντάκιον
Ἦχος α’. Χορὸς ἀγγελικὸς.
Σοφίας τῆς σεμνῆς, ἱερώτατοι κλάδοι, ἡ Πίστις καὶ Ἐλπίς, καὶ Ἀγάπη δειχθεῖσαι, σοφίαν ἀπεμώραναν, τῶν Ἑλλήνων ἐν χάριτι, καὶ ἀθλήσασαι, καὶ νικηφόροι φανεῖσαι, στέφος ἄφθαρτον, παρὰ τοῦ πάντων Δεσπότου, Χριστοῦ ἀνεδήσαντο.
Ὁ Οἶκος
Ὅτε εἰς πάντα τὰ πέρατα, τὸ ἀθέμιτον ἐξελήλυθε πρόσταγμα, θύειν εἰδώλοις καὶ σπένδεσθαι, καὶ βωμοὺς δαιμόνων, καὶ ναοὺς εὐτρεπίζεσθαι, πρὸς ἀνθρώπων ἀπώλειαν, τότε αἱ πανεύφημοι καὶ καλλιπάρθενοι, ὡς ἀστέρες ἐξέλαμψαν, ζόφον ἀθεϊας καὶ ἀγνωσίας ἐλαύνουσαι, καὶ φέγγος εὐσεβείας ἐν ταῖς καρδίαις τῶν πιστῶν ὑπανάπτουσαι, τρανῶς ἀνεβόων, Θεὸς μέγιστός ἐστιν ὁ σταυρωθεὶς βουλήματι, καὶ ἀναστὰς τριήμερος, ἐν ὧ καὶ καυχώμεθα, ὅθεν καὶ ἐπαξίως, στέφος ἄφθαρτον παρὰ Χριστοῦ ἀνεδήσαντο.
Ἐξαποστειλάριον τῶν Ἁγίων
Ἦχος γ’
Ὁ οὐρανὸν τοῖς ἄστροις
Τῷ τῆς Τριάδος Κόραι, πυρούμεναι αἱ τρεῖς ζήλῳ, τῶν ἀρετῶν τῇ τριάδι, Ἐλπίδι, Πίστει, Ἀγάπῃ, προσκείμεναι ὁμωνύμως, ἠλόγησαν τῶν βασάνων.

ΑΠΟ ΤΟ ΡΩΣΙΚΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ
(μετάφραση Google)
Άγιος Δημήτριος του Ροστόφ (Τούπταλο)
Βίοι των Αγίων
Τα βάσανα των αγίων μαρτύρων Πίστης, Ελπίδας και Αγάπης, και της μητέρας τους Σοφίας
Εορτάζεται στις 17 Σεπτεμβρίου
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Αδριανού, ζούσε στη Ρώμη μια χήρα ιταλικής καταγωγής, η Σοφία, που σημαίνει «σοφία». Ήταν Χριστιανή και, πιστή στο όνομά της, ζούσε μια συνετή ζωή — τη σοφία που επαινεί ο Απόστολος Ιάκωβος, ο οποίος λέει: «Η σοφία που είναι από πάνω πρώτα είναι καθαρή, έπειτα ειρηνική, γλυκιά, εύκολη στην ικεσία, γεμάτη έλεος και καλούς καρπούς» ( Ιάκωβος 3:17 ) . Αυτή η σοφότατη Σοφία, ζώντας σε έναν ενάρετο γάμο, γέννησε τρεις κόρες, τις οποίες ονόμασε από τις τρεις χριστιανικές αρετές: την πρώτη ονόμασε Πίστη, τη δεύτερη Ελπίδα και την τρίτη Αγάπη. Και τι άλλο θα μπορούσε να προέλθει από τη χριστιανική σοφία παρά αρετές που ευαρεστούν τον Θεό; Λίγο μετά τη γέννηση της τρίτης κόρης της, η Σοφία έχασε τον σύζυγό της. Έχοντας μείνει χήρα, συνέχισε να ζει ευσεβώς, ευχαριστώντας τον Θεό με προσευχή, νηστεία και ελεημοσύνη. Ανέθρεψε τις κόρες της όπως μπορεί μια σοφή μητέρα: προσπάθησε να τις διδάξει να εκδηλώνουν στη ζωή εκείνες τις χριστιανικές αρετές των οποίων τα ονόματα έφεραν.
Καθώς τα παιδιά μεγάλωναν, μεγάλωναν και οι αρετές τους. Ήταν ήδη πολύ καλά καταρτισμένα στα προφητικά και αποστολικά βιβλία, συνηθισμένα να ακολουθούν τις διδασκαλίες των δασκάλων τους, ασχολούνταν επιμελώς με την ανάγνωση και ήταν ζηλωτές στην προσευχή και στις οικιακές δουλειές. Υπακούοντας στην αγία και θεόσοφη μητέρα τους, διαπρέπουν σε όλα και ανεβαίνουν δυναμικά. Και επειδή ήταν εξαιρετικά όμορφα και συνετά, όλοι σύντομα άρχισαν να τα προσέχουν.
Η φήμη της σοφίας και της ομορφιάς τους διαδόθηκε σε όλη τη Ρώμη. Ο Αντίοχος, ο κυβερνήτης της επαρχίας, άκουσε γι’ αυτούς και επιθύμησε να τους δει. Μόλις τους είδε, πείστηκε αμέσως ότι ήταν Χριστιανοί, διότι δεν ήθελαν να κρύψουν την πίστη τους στον Χριστό, δεν αμφέβαλλαν για την ελπίδα τους σε Αυτόν και δεν εξασθένησαν στην αγάπη τους γι’ Αυτόν. Αντίθετα, δόξασαν ανοιχτά τον Χριστό τον Κύριο μπροστά σε όλους, αποστρέφοντας τα αποτρόπαια ειδωλολατρικά είδωλα.
Ο Αντίοχος ανέφερε όλα αυτά στον βασιλιά Αδριανό, ο οποίος έστειλε αμέσως τους υπηρέτες του να του φέρουν τις κοπέλες. Εκτελώντας την εντολή του βασιλιά, οι υπηρέτες πήγαν στο σπίτι της Σοφίας και όταν έφτασαν, τη βρήκαν απασχολημένη να διδάσκει τις κόρες της. Οι υπηρέτες την ενημέρωσαν ότι ο βασιλιάς καλούσε αυτήν και τις κόρες της. Κατανοώντας τον σκοπό του βασιλιά που τις κάλεσε, όλοι στράφηκαν στον Θεό με την ακόλουθη προσευχή:
– Παντοδύναμε Θεέ, κάνε μας σύμφωνα με το άγιο θέλημά Σου· μην μας εγκαταλείψεις, αλλά στείλε μας την αγία Σου βοήθεια, ώστε οι καρδιές μας να μην φοβούνται τον υπερήφανο βασανιστή, ώστε να μην φοβόμαστε τα τρομερά του βασανιστήρια και να μην τρομοκρατούμαστε από τον θάνατο· τίποτα να μην μας αποσπάσει από Σένα, τον Θεό μας.
Αφού προσευχήθηκαν και υποκλίθηκαν στον Κύριο Θεό, και οι τέσσερις – μητέρα και κόρες – κρατήθηκαν χέρι-χέρι σαν υφαντό στεφάνι και πήγαν στον βασιλιά. Συχνά κοιτάζοντας ψηλά στον ουρανό, με εγκάρδιους στεναγμούς και μυστική προσευχή, εμπιστεύτηκαν τον εαυτό τους στη βοήθεια Εκείνου που μας πρόσταξε να μην φοβόμαστε «τους θανατωτές το σώμα, αλλά δεν μπορούν να θανατώσουν την ψυχή» ( Ματθαίος 10:28 ). Όταν πλησίασαν στο βασιλικό παλάτι, έκαναν τον σταυρό τους λέγοντας:
– Βοήθησέ μας, Θεέ, Σωτήρα μας, για να δοξάσουμε το άγιο Όνομά Σου.
Οδηγήθηκαν στο παλάτι και στάθηκαν μπροστά στον βασιλιά, ο οποίος καθόταν περήφανα στο θρόνο του. Μόλις είδαν τον βασιλιά, του απέδωσαν την πρέπουσα τιμή, αλλά στάθηκαν μπροστά του χωρίς κανένα φόβο, χωρίς καμία αλλαγή στις εκφράσεις τους, με θάρρος στην καρδιά τους, και κοίταξαν όλους με χαρούμενα μάτια, σαν να τους είχαν καλέσει σε συμπόσιο. Με τέτοια χαρά εμφανίστηκαν μπροστά στον βασιλιά για να βασανιστούν για τον Κύριό τους.
Βλέποντας τα ευγενή, λαμπερά και ατρόμητα πρόσωπά τους, ο βασιλιάς άρχισε να ρωτάει για την καταγωγή τους, τα ονόματά τους και την πίστη τους. Όντας σοφή, η μητέρα απάντησε τόσο σοφά που όλοι οι παρόντες, ακούγοντας τις απαντήσεις της, θαύμασαν την ευφυΐα της. Αφού ανέφερε για λίγο την καταγωγή και το όνομά της, η Σοφία άρχισε να μιλάει για τον Χριστό, του οποίου την καταγωγή κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει , αλλά το όνομα του οποίου κάθε γενιά πρέπει να λατρεύει . Ομολόγησε ανοιχτά την πίστη της στον Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού, και, αποκαλώντας τον εαυτό της δούλο Του, δόξασε το όνομά Του.
«Είμαι Χριστιανή», είπε, «αυτό είναι το πολύτιμο όνομα για το οποίο μπορώ να καυχηθώ».
Ταυτόχρονα, είπε ότι αρραβώνιασε και τις κόρες της με τον Χριστό, ώστε να διατηρήσουν την άφθαρτη αγνότητά τους για τον άφθαρτο Νυμφίο – τον Υιό του Θεού.
Τότε ο βασιλιάς, βλέποντας μια τόσο σοφή γυναίκα μπροστά του, αλλά μη θέλοντας να εμπλακεί σε μια μακρά συζήτηση μαζί της ή να την κρίνει, ανέβαλε το θέμα για άλλη φορά. Έστειλε τη Σοφία και τις κόρες της σε μια ευγενή γυναίκα ονόματι Παλλαδία, δίνοντάς της εντολή να τις προσέχει και να τις παρουσιάσει σε αυτόν για κρίση σε τρεις ημέρες.
Ζώντας στο σπίτι της Παλλαδίας και έχοντας πολύ χρόνο στη διάθεσή της για να διδάσκει τις κόρες της, η Σοφία τις ενίσχυε στην πίστη μέρα και νύχτα, διδάσκοντάς τες με λόγια εμπνευσμένα από τον Θεό.
«Αγαπημένες μου κόρες», είπε, «τώρα είναι η ώρα του αγώνα σας, τώρα είναι η ημέρα των αρραβώνων σας με τον αθάνατο Νυμφίο. Τώρα, σύμφωνα με τα ονόματά σας, πρέπει να επιδείξετε σταθερή πίστη, ακλόνητη ελπίδα, ειλικρινή και αιώνια αγάπη. Η ώρα του θριάμβου σας έφτασε, όταν με το στέμμα του μαρτυρίου θα στεφανωθείτε με τον πιο αγαπημένο σας Νυμφίο και με μεγάλη χαρά θα εισέλθετε στο λαμπερό του θάλαμο. Κόρες μου, για χάρη αυτής της τιμής του Χριστού, μην λυπάστε τη νεανική σας σάρκα· μην λυπάστε την ομορφιά και τη νεότητά σας· για χάρη Εκείνου που είναι πιο όμορφος σε ομορφιά από τους γιους των ανθρώπων, και για χάρη της αιώνιας ζωής, μην θρηνείτε για την απώλεια αυτής της προσωρινής ζωής. Διότι ο ουράνιος Αγαπημένος σας, ο Ιησούς Χριστός, είναι η αιώνια υγεία, η άφατη ομορφιά και η ζωή χωρίς τέλος. Και όταν τα σώματά σας βασανίζονται μέχρι θανάτου για χάρη Του, θα τα ντύσει με αφθαρσία και θα κάνει τις πληγές σας τόσο λαμπερές όσο τα αστέρια στον ουρανό. Όταν η ομορφιά σας αφαιρεθεί από εσάς μέσω των παθημάτων γι’ Αυτόν, θα σας στολίσει με ουράνια ομορφιά, τέτοια που κανένα ανθρώπινο μάτι δεν έχει δει ποτέ. Και όταν είστε Στερημένοι από αυτή την πρόσκαιρη ζωή, έχοντας θυσιάσει τις ψυχές σας για τον Κύριό σας, θα σας ανταμείψει με αιώνια ζωή, στην οποία θα σας δοξάσει για πάντα ενώπιον του ουράνιου Πατέρα Του και ενώπιον των αγίων αγγέλων Του, και όλες οι ουράνιες δυνάμεις θα σας αποκαλέσουν νύφες και ομολογήτριες του Χριστού. Όλοι οι άγιοι θα σας υμνήσουν, οι φρόνιμες παρθένες θα χαρούν για εσάς και θα σας δεχτούν στην κοινωνία τους. Αγαπητές μου κόρες! Μην αφήσετε τον εαυτό σας να παρασυρθεί από τα χάρες του εχθρού: γιατί, όπως πιστεύω, ο βασιλιάς θα σας χάδια αφθονεί και θα σας υποσχεθεί μεγάλα δώρα, προσφέροντάς σας δόξα, πλούτο και τιμή, όλη την ομορφιά και τη γλυκύτητα αυτού του φθαρτού και μάταιου κόσμου. Αλλά μην επιθυμείτε τίποτα τέτοιο, γιατί όλα αυτά εξαφανίζονται σαν καπνός, σκορπίζονται σαν σκόνη από τον άνεμο, και σαν λουλούδι και χόρτο μαραίνονται και επιστρέφουν στη γη. Μην φοβάστε όταν δείτε άγρια βασανιστήρια, γιατί αφού υποφέρετε λίγο, θα νικήσετε τον εχθρό και θα θριαμβεύσετε για πάντα. Πιστεύω στον Θεό μου Ιησού Χριστό, πιστεύω ότι δεν θα σας εγκαταλείψει που υποφέρετε στο όνομά Του, γιατί ο ίδιος είπε: «Μπορεί μια γυναίκα να ξεχάσει το θηλάζον παιδί της, ώστε να μην έχει;» «Ελεος προς τον γιο της κοιλιάς της; Κι αν ξεχάσει, εγώ δεν θα σε ξεχάσω» ( Ησαΐας 49:15).), Θα παραμένει μαζί σας συνεχώς σε όλα σας τα βασανιστήρια, κοιτάζοντας τα κατορθώματά σας, ενισχύοντας τις αδυναμίες σας και ετοιμάζοντας για εσάς ένα άφθαρτο στέμμα ως ανταμοιβή. Ω, όμορφες κόρες μου! Θυμηθείτε τις ασθένειές μου κατά τη γέννησή σας, θυμηθείτε τους κόπους μου με τους οποίους σας θήλασα, θυμηθείτε τα λόγια μου με τα οποία σας δίδαξα τον φόβο του Θεού και παρηγορήστε τη μητέρα σας στα γηρατειά της με την ευγενική και θαρραλέα ομολογία πίστης σας στον Χριστό. Θα είναι θρίαμβος και χαρά για μένα, τιμή και δόξα μεταξύ όλων των πιστών, αν θεωρηθώ άξια να ονομαστώ μητέρα μαρτύρων, αν δω την γενναία υπομονή σας για τον Χριστό, την ακλόνητη ομολογία του Αγίου Ονόματός Του και τον θάνατό σας για Αυτόν. Τότε η ψυχή μου θα αγαλλιάσει, και το πνεύμα μου θα αγαλλιάσει, και τα γηρατειά μου θα ενισχυθούν. Τότε κι εσείς θα είστε πραγματικά κόρες μου αν, έχοντας ακούσει τις οδηγίες της μητέρας σας, θα σταθείτε για τον Κύριό σας μέχρι αιματοχυσίας και θα πεθάνετε για Αυτόν με ζήλο.
Αφού άκουσαν με τρυφερότητα τη νουθεσία της μητέρας τους, οι κοπέλες ένιωσαν γλυκύτητα στην καρδιά τους και αγαλλίασαν πνευματικά, περιμένοντας την ώρα του μαρτυρίου τους σαν να ήταν η ώρα του γάμου τους. Διότι, όντας άγιοι κλάδοι από μια άγια ρίζα, επιθυμούσαν με όλη τους την ψυχή αυτό που τους είχε δώσει εντολή η σοφή μητέρα τους Σοφία. Έλαβαν όλα τα λόγια της στην καρδιά τους και προετοιμάστηκαν για το κατόρθωμα του μαρτυρίου, σαν να συγκεντρώνονταν σε ένα φωτεινό δωμάτιο, φυλάσσοντας τον εαυτό τους με πίστη, ενισχύοντας τον εαυτό τους με ελπίδα και ανάβοντας μέσα τους τη φωτιά της αγάπης για τον Κύριο. Ενθαρρύνοντας και ενδυναμώνοντας η μία την άλλη, υποσχέθηκαν στη μητέρα τους να εφαρμόσουν όλες τις ψυχοσωτήριες συμβουλές της με τη βοήθεια του Χριστού.
Όταν έφτασε η τρίτη μέρα, τους έφεραν ενώπιον του πονηρού βασιλιά για κρίση. Νομίζοντας ότι θα μπορούσαν εύκολα να υποκύψουν στα δελεαστικά του λόγια, ο βασιλιάς άρχισε να τους μιλάει:
«Παιδιά! Βλέποντας την ομορφιά σας και φειδόμενοι στη νεότητά σας, σας συμβουλεύω ως πατέρας: λατρεύετε τους θεούς, τους άρχοντες του σύμπαντος· και αν με ακούσετε και κάνετε ό,τι σας προστάζω, τότε θα σας αποκαλέσω παιδιά μου. Θα καλέσω τους αρχηγούς, τους κυβερνήτες και όλους τους συμβούλους μου, και ενώπιόν τους θα σας ανακηρύξω κόρες μου, και θα απολαύσετε τον έπαινο και την τιμή όλων. Αλλά αν δεν ακούσετε και δεν εκπληρώσετε την εντολή μου, τότε θα προκαλέσετε μεγάλο κακό στον εαυτό σας, και θα θρηνήσετε τη μητέρα σας στα γηρατειά, και εσείς οι ίδιοι θα χαθείτε σε μια εποχή που θα μπορούσατε να απολαύσετε περισσότερο, ζώντας ξέγνοιαστα και χαρούμενα. Γιατί θα σας καταδικάσω σε σκληρό θάνατο, και, αφού συντρίψω τα μέλη του σώματός σας, θα τα πετάξω να τα καταβροχθίσουν σκύλοι, και θα σας ποδοπατήσουν όλοι. Λοιπόν, για το καλό σας, ακούστε με: γιατί σας αγαπώ και όχι μόνο δεν θέλω να καταστρέψω την ομορφιά σας και να σας στερήσω αυτή τη ζωή, αλλά θα ήθελα να γίνω πατέρας σας.»
Αλλ’ οι άγιες παρθένες του απάντησαν με μία φωνή και με μία συμφωνία:
«Ο Πατέρας μας είναι ο Θεός, που κατοικεί στους ουρανούς. Αυτός φροντίζει για εμάς και τις ζωές μας και ελεεί τις ψυχές μας. Επιθυμούμε να μας αγαπάει και να ονομαζόμαστε αληθινά παιδιά Του. Λατρεύοντάς Τον και τηρώντας τις εντολές και τις εντολές Του, φτύνουμε στους θεούς σας και δεν φοβόμαστε καμία απειλή από εσάς, γιατί δεν επιθυμούμε τίποτα περισσότερο από το να υποφέρουμε και να υπομένουμε πικρά βάσανα για χάρη του γλυκύτατου Ιησού Χριστού, του Θεού μας».
Αφού άκουσε αυτή την απάντηση από αυτούς, ο βασιλιάς ρώτησε τη μητέρα Σοφία ποια ήταν τα ονόματα των κορών της και πόσο χρονών ήταν.
Η Αγία Σοφία απάντησε:
– Η πρώτη μου κόρη ονομάζεται Βέρα και είναι δώδεκα ετών. Η δεύτερη είναι η Ναντέζντα, η οποία είναι δέκα ετών, και η τρίτη είναι η Λιούμποφ, η οποία είναι μόλις εννέα ετών.
Ο Τσάρος έμεινε έκπληκτος που, σε τόσο νεαρή ηλικία, είχαν το θάρρος και την ευφυΐα να του απαντήσουν με τέτοιο τρόπο. Άρχισε να τους παροτρύνει τον καθένα να διαπράξει ξανά την ανομία του, στρέφοντας πρώτα στη μεγαλύτερη αδερφή του, τη Βέρα, λέγοντας:
– Κάντε μια θυσία στη μεγάλη θεά Άρτεμη.
Αλλά η Βέρα αρνήθηκε. Τότε ο βασιλιάς διέταξε να την ξεγυμνώσουν και να την ξυλοκοπήσουν. Οι βασανιστές, χτυπώντας την χωρίς έλεος, είπαν:
– Αφιερώστε (κάντε θυσία) στη μεγάλη θεά Άρτεμη.
Αλλά υπέμεινε σιωπηλά το μαρτύριο, σαν τα χτυπήματα να μην δέχονταν το δικό της σώμα, αλλά κάποιου άλλου. Μη έχοντας καταφέρει τίποτα, ο βασανιστής διέταξε να της κόψουν τις παρθενικές θηλές. Αλλά αντί για αίμα, έτρεχε γάλα από τις πληγές. Όλοι όσοι είδαν τα βασανιστήρια της Βέρα θαύμασαν αυτό το θαύμα και την υπομονή του μάρτυρα. Και, κουνώντας τα κεφάλια τους, επιτίμησαν κρυφά τον βασιλιά για την τρέλα και τη σκληρότητά του, λέγοντας:
«Τι αμαρτία έχει διαπράξει αυτή η όμορφη κοπέλα, και γιατί υποφέρει τόσο πολύ; Αλίμονο στην τρέλα του βασιλιά και στην ωμή σκληρότητά του, που καταστρέφει απάνθρωπα όχι μόνο τους ηλικιωμένους αλλά και τα μικρά παιδιά.»
Μετά από αυτό, έφεραν μια σιδερένια σχάρα και την τοποθέτησαν πάνω σε δυνατή φωτιά. Όταν έλαμψε σαν αναμμένο κάρβουνο και έβγαλαν σπίθες από αυτήν, η αγία κόρη Βέρα τοποθετήθηκε πάνω της. Ξάπλωσε πάνω σε αυτήν τη σχάρα για δύο ώρες, φωνάζοντας στον Κύριό της, και δεν κάηκε καθόλου, κάτι που εξέπληξε τους πάντες. Στη συνέχεια, την τοποθέτησαν σε ένα καζάνι που είχε τοποθετηθεί πάνω από φωτιά και το γέμισαν με βραστή πίσσα και λάδι, αλλά παρέμεινε άτρωτη. Καθισμένη εκεί, σαν σε δροσερό νερό, έψαλλε ύμνους στον Θεό. Ο βασανιστής, μη ξέροντας τι άλλο να κάνει μαζί της, πώς θα μπορούσε να την απομακρύνει από τη χριστιανική πίστη, την καταδίκασε σε αποκεφαλισμό με σπαθί.
Ακούγοντας αυτή την πρόταση, η Αγία Βέρα γέμισε χαρά και είπε στη μητέρα της:
– Προσευχήσου για μένα, μητέρα μου, για να ολοκληρώσω το ταξίδι μου, να φτάσω στο επιθυμητό τέλος, να δω τον αγαπημένο μου Κύριο και Σωτήρα και να απολαύσω τη θέα της Θεότητάς Του.
Και είπε στις αδερφές της:
«Μνήσθητε, αγαπητές μου αδελφές, στις οποίες δώσαμε τον όρκο μας, στις οποίες αρραβωνιαστήκαμε· γνωρίζετε ότι είμαστε σφραγισμένοι με τον ιερό σταυρό του Κυρίου μας και πρέπει να Τον υπηρετούμε για πάντα· γι’ αυτό, ας υπομείνουμε μέχρι τέλους. Η ίδια μητέρα μας γέννησε, η ίδια μας μεγάλωσε και μας δίδαξε, γι’ αυτό πρέπει να δεχτούμε το ίδιο τέλος· ως αδελφές από την ίδια μήτρα, πρέπει να έχουμε ένα θέλημα. Ας είμαι παράδειγμα για εσάς, ώστε κι εσείς να με ακολουθήσετε στον Νυμφίο μας που μας καλεί».
Μετά από αυτό, φίλησε τη μητέρα της, έπειτα, αγκαλιάζοντας τις αδελφές της, τις φίλησε κι αυτές και έπεσε θύμα του σπαθιού. Η μητέρα, ωστόσο, δεν θρηνούσε καθόλου για την κόρη της, γιατί η αγάπη της για τον Θεό υπερνίκησε την εγκάρδια θλίψη και τη μητρική οίκτο για τα παιδιά της. Μόνο στενοχωριόταν και ανησυχούσε μήπως κάποια από τις κόρες της τρομοκρατηθεί από τα βασανιστήρια και απομακρυνθεί από τον Κύριό της.
Και είπε στη Βέρα:
«Σε γέννησα, κόρη μου, και για χάρη σου υπέφερα πόνους. Εσύ όμως μου ανταποδίδεις με αγαθότητα, πεθαίνοντας για το όνομα του Χριστού και χύνοντας γι’ Αυτόν το ίδιο αίμα που έλαβες στην κοιλιά μου. Πήγαινε σε Αυτόν, αγαπητή μου, και, βαμμένη με το αίμα σου, σαν ντυμένη στα πορφυρά, στάσου όμορφη μπροστά στα μάτια του Νυμφίου σου. Θυμήσου την φτωχή μητέρα σου μπροστά Του, και προσευχήσου σε Αυτόν για τις αδελφές σου, για να τις ενισχύσει στην ίδια υπομονή που δείχνεις εσύ».
Μετά από αυτό, η σεβάσμια κεφαλή της Αγίας Βέρας αποκεφαλίστηκε και εκείνη αναχώρησε προς την Κεφαλή της, τον Χριστό τον Θεό μας. Η μητέρα της, αγκαλιάζοντας το πολύπαθο σώμα της και φιλώντας το, αγαλλίασε και δόξασε τον Χριστό τον Θεό μας, ο οποίος είχε υποδεχθεί την κόρη της Βέρα στην ουράνια κατοικία Του.
Τότε ο ασεβής βασιλιάς έβαλε μπροστά του την άλλη αδερφή του, τη Ναντέζντα, και της είπε:
«Αγαπητό μου παιδί! Άκουσε τη συμβουλή μου—το λέω αυτό με την ίδια αγάπη που έχεις για έναν πατέρα—λατρέψε τη μεγάλη Άρτεμη, για να μην χαθείς κι εσύ όπως η μεγαλύτερη αδερφή σου. Είδες τα τρομερά της μαρτύρια, είδες τον οδυνηρό θάνατό της· θα ήθελες πραγματικά να υποφέρεις το ίδιο; Πίστεψέ με, παιδί μου, λυπάμαι τη νεότητά σου· αν είχες ακούσει την εντολή μου, θα σε είχα διεκδικήσει ως κόρη μου.»
Η Αγία Ναδέζντα απάντησε:
«Τσάρε! Δεν είμαι η αδερφή εκείνου που σκότωσες; Δεν γεννήθηκα από την ίδια μητέρα; Δεν τρέφθηκα με το ίδιο γάλα και δεν έλαβα το ίδιο βάπτισμα με την αγία μου αδερφή; Μεγάλωσα μαζί της και από τα ίδια βιβλία και από την ίδια μητρική διδασκαλία έμαθα να γνωρίζω τον Θεό και τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, να πιστεύω σε Αυτόν και να λατρεύω μόνο Αυτόν. Μη νομίζεις, Τσάρε, ότι ενεργώ και σκέφτομαι διαφορετικά ή ότι επιθυμώ κάτι άλλο από το ίδιο με την αδερφή μου Βέρα. Όχι, θέλω να ακολουθήσω τα βήματά της. Μην καθυστερείς και μην προσπαθείς να με αποτρέψεις με πολλά λόγια, αλλά μάλλον να ασχοληθείς με την υπόθεση και θα δεις ότι είμαι ομόφωνη με την αδερφή μου».
Αφού άκουσε αυτή την απάντηση, ο βασιλιάς την παρέδωσε σε βασανιστήρια.
Αφού την έγδυσαν, όπως η Βέρα, οι υπηρέτες του Τσάρου την ξυλοκόπησαν για πολλή ώρα χωρίς έλεος – μέχρι που κουράστηκαν. Αλλά εκείνη παρέμεινε σιωπηλή, σαν να μην ένιωθε καθόλου πόνο, και κοίταζε μόνο τη μητέρα της, την ευλογημένη Σοφία, η οποία στεκόταν εκεί, παρακολουθώντας με θάρρος τα βάσανα της κόρης της και προσευχόμενη στον Θεό να της χαρίσει δυνατή υπομονή.
Με εντολή του άνομου βασιλιά, η Αγία Ναδεζντά ρίχτηκε στη φωτιά και, παραμένοντας αλώβητη όπως οι τρεις νέοι, δόξασε τον Θεό. Στη συνέχεια, κρεμάστηκε και κατασπαράστηκε με σιδερένια νύχια. Το σώμα της έγινε κομμάτια και το αίμα έτρεχε άφθονο, αλλά μια θαυμαστή ευωδία αναδυόταν από τις πληγές, και ένα χαμόγελο στόλιζε το πρόσωπό της, λαμπερό και λαμπερό με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Η Αγία Ναδεζντά ντρόπιασε περαιτέρω τον βασανιστή της που δεν μπόρεσε να ξεπεράσει την υπομονή ενός τόσο νεαρού κοριτσιού.
«Ο Χριστός είναι η βοήθειά μου», είπε, «και όχι μόνο δεν φοβάμαι τα βάσανα, αλλά τα επιθυμώ σαν τη γλυκύτητα του παραδείσου: τόσο γλυκά είναι τα βάσανα για τον Χριστό σε μένα. Αλλά για σένα, βασανιστή, περιμένει βάσανα στη πύρινη Γέεννα, μαζί με τους δαίμονες που εσύ θεωρείς θεούς».
Αυτή η ομιλία εξόργισε ακόμη περισσότερο τον βασανιστή, και διέταξε να γεμίσουν ένα καζάνι με ρητίνη και λάδι, να το βάλουν φωτιά και να ρίξουν μέσα τον άγιο. Αλλά όταν επρόκειτο να ρίξουν τον άγιο στο καζάνι που έβραζε, αυτό έλιωσε αμέσως σαν κερί, και η ρητίνη και το λάδι χύθηκαν, καίγοντας όλους γύρω. Έτσι η θαυματουργή δύναμη του Θεού δεν εγκατέλειψε την Αγία Ναδέζντα.
Ο υπερήφανος βασανιστής, βλέποντας όλα αυτά, δεν ήθελε να γνωρίσει τον αληθινό Θεό, γιατί η καρδιά του ήταν σκοτισμένη από δαιμονική πλάνη και ολέθρια πλάνη. Αλλά, χλευασμένος από το νεαρό κορίτσι, ένιωσε μεγάλη ντροπή. Μη θέλοντας να υπομείνει άλλο τέτοια ντροπή, τελικά καταδίκασε την αγία σε αποκεφαλισμό με σπαθί. Το κορίτσι, ακούγοντας για το πλησιάζον τέλος της, πλησίασε με χαρά τη μητέρα της και είπε:
– Μητέρα μου! Είθε η ειρήνη να είναι μαζί σου, να είσαι υγιής και να θυμάσαι την κόρη σου.
Η μητέρα, αγκαλιάζοντάς την, τη φίλησε λέγοντάς της:
«Κόρη μου Ναντέζντα! Ευλογημένη είσαι από τον Κύριο τον Ύψιστο Θεό που εμπιστεύτηκες σε Αυτόν και για χάρη Του δεν λυπήθηκες την έκχυση του αίματός σου. Πήγαινε στην αδερφή σου Πίστη και στάσου μαζί της ενώπιον της Αγαπημένης σου.»
Η Ναντέζντα φίλησε επίσης την αδερφή της Λιούμποφ, η οποία την κοίταζε να υποφέρει, και της είπε:
– Μην μένεις κι εσύ εδώ, αδελφή, ας σταθούμε μαζί μπροστά στην Αγία Τριάδα.
Αφού είπε αυτά, πλησίασε το άψυχο σώμα της αδελφής της Βέρας και, αγκαλιάζοντάς το με αγάπη, ήθελε να κλάψει, από τη φυσική συμπόνια της ανθρώπινης φύσης, αλλά από αγάπη για τον Χριστό, μετέτρεψε τα δάκρυά της σε χαρά. Μετά από αυτό, σκύβοντας το κεφάλι της, η Αγία Ναδέζντα αποκεφαλίστηκε με σπαθί.
Παίρνοντας το σώμα της, η μητέρα δόξασε τον Θεό, αγαλλιάζοντας για το θάρρος των θυγατέρων της, και ενθάρρυνε τη μικρότερη κόρη της στην ίδια υπομονή με τα γλυκά της λόγια και τις σοφές νουθεσίες της.
Ο βασανιστής κάλεσε την τρίτη παρθένα, την Αγάπη, και προσπάθησε να την πείσει, όπως και τις δύο πρώτες αδερφές, να εγκαταλείψει τον Εσταυρωμένο και να προσκυνήσει την Άρτεμη. Αλλά οι προσπάθειες του απατεώνα ήταν μάταιες. Γιατί ποιος θα μπορούσε να υποφέρει τόσο ακλόνητα για τον αγαπημένο της Κύριό της αν όχι η Αγάπη, όπως λέει η Γραφή: «Η αγάπη είναι δυνατή σαν τον θάνατο… Πολλά νερά δεν μπορούν να σβήσουν την αγάπη, ούτε οι πλημμύρες μπορούν να την πνίξουν» ( Άσμα Ασμάτων 8:6-7 ).
Η φωτιά της αγάπης για τον Θεό σε αυτή τη νεαρή γυναίκα δεν έσβησε από τα πολλά νερά των κοσμικών πειρασμών, ούτε πνίγηκαν τα ποτάμια των θλίψεων και των παθημάτων. Η μεγάλη της αγάπη ήταν ιδιαίτερα εμφανής από το γεγονός ότι ήταν έτοιμη να θυσιάσει τη ζωή της για τον Αγαπημένο της, τον Κύριο Ιησού Χριστό, και δεν υπάρχει μεγαλύτερη αγάπη από το να θυσιάσει κανείς τη ζωή του για τους φίλους του ( Ιωάννης 15:13 ).
Ο βασανιστής, βλέποντας ότι τίποτα δεν μπορούσε να γίνει με τα χάδια, αποφάσισε να υποβάλει την Αγάπη σε βασανιστήρια, σκεπτόμενος να την αποσπάσει από την αγάπη της για τον Χριστό με διάφορα βασανιστήρια, αλλά εκείνη απάντησε, σύμφωνα με τον Απόστολο:
– «Τις θέλει ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή στενοχώρια ή διωγμός ή πείνα ή γυμνότητα ή κίνδυνος ή μάχαιρα;» ( Ρωμ. 8:35 ).
Ο βασανιστής διέταξε να την τεντώσουν πάνω στον τροχό και να την χτυπήσουν με ένα ραβδί. Την τέντωσαν τόσο πολύ που τα άκρα της χωρίστηκαν από τις αρθρώσεις τους, και όταν τη χτύπησε με το ραβδί, γέμισε με αίμα σαν μωβ, το οποίο μούσκεψε τη γη, σαν από βροχή.
Τότε ο φούρνος άναψε. Δείχνοντας τον, ο βασανιστής είπε στον άγιο:
«Κόρη! Πες μου μόνο ότι η θεά Άρτεμις είναι σπουδαία και θα σε αφήσω να φύγεις. Αν δεν το κάνεις, θα καείς τώρα σε αυτό το φλεγόμενο καμίνι.»
Αλλά ο άγιος απάντησε:
– Μέγας ο Θεός μου Ιησούς Χριστός, αλλά η Άρτεμις και εσύ θα χαθείτε μαζί της!
Ο βασανιστής, εξοργισμένος από αυτά τα λόγια, διέταξε τους παρόντες να την ρίξουν αμέσως στο καμίνι.
Αλλά η αγία, χωρίς να περιμένει κανέναν να την ρίξει στο καμίνι, έσπευσε να μπει η ίδια μέσα σε αυτό και, αλώβητη, περπάτησε γύρω από τη μέση του, σαν σε δροσερό μέρος, τραγουδώντας και ευλογώντας τον Θεό, και χάρηκε.
Ταυτόχρονα, φλόγες πετάχτηκαν έξω από το καμίνι πάνω στους άπιστους που το περιέβαλαν, και μερικοί κάηκαν σε στάχτη, ενώ άλλοι κάηκαν και, φτάνοντας στον βασιλιά, τον έκαψαν κι αυτόν, έτσι ώστε να φύγει μακριά.
Μέσα σε εκείνο το καμίνι, άλλα λαμπερά πρόσωπα ήταν ορατά, αγαλλιάζοντα με τον μάρτυρα. Και το όνομα του Χριστού υψώθηκε, και οι ασεβείς ντροπιάστηκαν.
Όταν έσβησε ο φούρνος, η μάρτυρας, η όμορφη νύφη του Χριστού, βγήκε από αυτόν υγιής και χαρούμενη, σαν από παλάτι.
Τότε οι βασανιστές, με εντολή του βασιλιά, τρύπησαν τα άκρα της με σιδερένια τρυπάνια, αλλά ο Θεός ενίσχυσε την αγία με τη βοήθειά Του ακόμη και σε αυτά τα βασανιστήρια, ώστε να μην πεθάνει ούτε από αυτά.
Ποιος θα μπορούσε να αντέξει τέτοιο μαρτύριο και να μην πεθάνει ακαριαία;!
Ωστόσο, ο αγαπημένος Νυμφίος, ο Ιησούς Χριστός, ενίσχυσε την αγία για να ντροπιάσει όσο το δυνατόν περισσότερο την πονηρή και να της δώσει μεγαλύτερη αμοιβή, και για να δοξαστεί η ισχυρή δύναμη του Θεού σε ένα αδύναμο ανθρώπινο σκεύος.
Ο βασανιστής, που υπέφερε από το έγκαυμα, διέταξε τελικά να αποκεφαλιστεί ο άγιος με σπαθί.
Και αυτή, ακούγοντας αυτό, χάρηκε και είπε:
– Κύριε Ιησού Χριστέ, που αγάπησες τον δούλο Σου με Αγάπη, ψάλλω και ευλογώ το πολυτραγουδισμένο όνομά Σου, που με συμπεριέλαβες μαζί με τις αδελφές, χάρισές μου να υποφέρω για το όνομά Σου τα ίδια πράγματα που υπέφεραν κι αυτές.
Η μητέρα της, η Αγία Σοφία, προσευχόταν αδιάκοπα στον Θεό για τη μικρότερη κόρη της, να της χαρίσει υπομονή μέχρι τέλους, και της είπε:
«Τρίτο μου κλαδί, αγαπημένο μου παιδί, αγωνίσου μέχρι τέλους. Είσαι στον καλό δρόμο, και ένα στέμμα έχει ήδη υφανθεί για σένα, και η ετοιμασμένη κάμαρα έχει ανοίξει. Ο Νυμφίος σε περιμένει ήδη, κοιτάζοντας από ψηλά τον αγώνα σου, ώστε όταν σκύψεις το κεφάλι σου κάτω από το σπαθί, να πάρει την αγνή και άμωμη ψυχή σου στην αγκαλιά Του και να σε αναπαύσει με τις αδελφές σου. Μνήσθησέ με και εμένα, τη μητέρα σου, στη βασιλεία του Νυμφίου σου, για να δείξει έλεος σε μένα και να μην με στερήσει από το να μοιράζομαι και να παραμένω μαζί σου στην άγια δόξα Του».
Και αμέσως η Αγία Αγάπη αποκεφαλίστηκε με σπαθί.
Η μητέρα, αφού παρέλαβε το σώμα της, το τοποθέτησε σε ένα πολύτιμο φέρετρο μαζί με τα σώματα των Αγίων Πίστης και Ελπίδας. Αφού στόλισε τα σώματά τους όπως αρμόζει, τοποθέτησε το φέρετρο σε μια νεκρική άμαξα, τις μετέφερε σε κάποια απόσταση έξω από την πόλη και έθαψε με ευλάβεια τις κόρες της σε έναν ψηλό λόφο, κλαίγοντας από χαρά. Στάθηκε στον τάφο τους για τρεις ημέρες, προσευχήθηκε θερμά στον Θεό και μετά κοιμήθηκε εν Κυρίω. Οι πιστοί την έθαψαν εκεί με τις κόρες της. Έτσι, ούτε αυτή στερήθηκε τη συμμετοχή τους στη Βασιλεία των Ουρανών και το στέφανο του μαρτυρίου, γιατί αν όχι κατά το σώμα, τότε κατά την καρδιά, υπέφερε κι αυτή για τον Χριστό.
Έτσι η σοφή Σοφία τελείωσε σοφά τη ζωή της, φέρνοντας ως Δώρο στην Αγία Τριάδα τις τρεις ενάρετες κόρες της, την Πίστη, την Ελπίδα και την Αγάπη.
Ω, αγία και δίκαιη Σοφία! Ποια γυναίκα σώθηκε μέσω της τεκνοποίησης όπως εσύ, που γέννησες τέτοια παιδιά που αρραβωνιάστηκαν τον Σωτήρα και, αφού υπέφεραν γι’ Αυτόν, τώρα βασιλεύουν και δοξάζονται μαζί Του; Αληθινά, είσαι μια μητέρα άξια θαυμασμού και αγαπημένης μνήμης· γιατί, βλέποντας τα τρομερά, οδυνηρά βάσανα και τον θάνατο των αγαπημένων σου παιδιών, όχι μόνο δεν λυπήθηκες, όπως αρμόζει σε μια μητέρα, αλλά, παρηγορημένη από τη χάρη του Θεού, χάρηκες ακόμη περισσότερο, διδάσκοντας και ικετεύοντας τις κόρες σου να μην μετανιώνουν για την εγκόσμια ζωή τους και να χύνουν το αίμα τους χωρίς έλεος για τον Χριστό τον Κύριο.
Απολαμβάνοντας τώρα την θέα του λαμπρότερου προσώπου Του μαζί με τις άγιες κόρες σου, στείλτε μας και τη σοφία, ώστε εμείς, φυλάσσοντας τις αρετές της πίστης, της ελπίδας και της αγάπης, να αξιωθούμε να σταθούμε ενώπιον της Αγιότερης, Άκτιστης και Ζωοποιού Τριάδας και να Την δοξάζουμε στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
Κοντάκιον, Ήχος 1:
Τα πιο αξιότιμα ιερά κλαδιά της Σοφίας, η Πίστη, η Ελπίδα και η Αγάπη, εμφανιζόμενα, ντύθηκαν με χάρη την ελληνική σοφία· και αφού υπέφεραν και φάνηκαν νικητές, στέφθηκαν με άφθαρτο στέμμα από τον Κύριο των πάντων.
* * *
Σημειώσεις
5843 Ο Απόστολος συγκρίνει την επίγεια, εγκόσμια σοφία με τη σοφία που είναι άνωθεν, δηλαδή αυτή που κατέρχεται από τον Θεό, και επισημαίνει τις ιδιότητες της τελευταίας: είναι απαλλαγμένη από κάθε αμαρτία και πάθος, ειρηνική, αγαπά την ίδια την ειρήνη και αγαπά να κατευνάζει κάθε έχθρα· για να μην διαταράσσει την ειρήνη, η ίδια υπομένει πράα όλες τις αδικίες· της λείπει το πάθος για έριδες και συζητήσεις, και ακόμη και σε άλλες επιδιώκει να καταστείλει αυτό το πάθος μέσω της υποταγής· είναι γεμάτη έλεος και καλές πράξεις.
5844 «Τις δύναται να διηγηθεί την γενεά Αυτού;» λέει ο προφήτης Ησαΐας ( Ησαΐας 53:8 )· δηλαδή, κανείς δεν μπορεί να απεικονίσει επαρκώς την προέλευση ή τη γέννηση του Ιησού Χριστού (την αιώνια γέννησή Του από τον Θεό Πατέρα και την προσωρινή γέννησή Του από την Παναγία Μαρία). Αυτό το μεγάλο μυστήριο δεν αποκαλύπτεται πλήρως ούτε στους αγγέλους (βλ. Α΄ Πέτρου 1:12 ).
5845 Βλέπε Φιλιππησίους 2:10 . Εδώ εννοείται το όνομα του Υιού του Θεού, εξαιτίας του οποίου ο Χριστός πρέπει να λατρεύεται από κάθε είδους όντα, ουράνια και γήινα, ακόμη και από τους κατοίκους του κάτω κόσμου, τα πονηρά πνεύματα.
5846 Η γέννηση παιδιών με πόνο ήταν τιμωρία για τις γυναίκες για την πτώση της Εύας, αλλά αποτελούσε και προϋπόθεση για τη σωτηρία τους. Γι’ αυτό, ο Απόστολος Παύλος λέει: «Θα σωθεί δια της τεκνογονίας» ( Α’ Τιμ. 2:15 ), αν και «εάν μείνει στην πίστη, την αγάπη και την αγιότητα με αγνότητα ». Τέτοια ήταν η Αγία Σοφία.
5847 Δηλαδή, η ειδωλολατρική σοφία μετατράπηκε σε μωρία. Πρβλ. Ησαΐας 33 και Α΄ Κορινθίους 1:20, 3:16 .


