ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ
ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ
ΤΙΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΕΣ ΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ
ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
(ΦΙΛΟΘΕΟΥ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως) (Ν Ε Ο )
Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΥΨΩΣΙΣ
ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Muzeum Warmii i Mazur w Olsztynie
Ἡ Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ πού ευρίσκεται στό Μουσεῖο Warmii i Mazur
στό Olsztyn, τῆς Πολωνίας
Τὰς ἐν λάρυγγι Σῶτερ ὑψώσεις φέρει,
Ὑψούμενον βλέπουσα τὸν Σταυρὸν κτίσις.
Ὑψώθη δεκάτῃ, Σταυροῦ ξύλον, ἠδὲ τετάρτῃ.
«ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ ΣΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΜΕΝ ΔΕΣΠΟΤΑ»
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η Παγκόσμια Ύψωση του Τιμίου Σταυρού αποτελεί έναν σπουδαίο εορτολογικό σταθμό του εκκλησιαστικού έτους. Στις 14 Σεπτεμβρίου σύμπασα η Ορθοδοξία τιμά τον Σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως το «καύχημά» Της και η «δόξα» Της. Πηγές της εκκλησιαστικής μας ιστορίας αναφέρουν ότι η εορτή της Παγκόσμιας Ύψωσης είχε καθιερωθεί από τα αρχαία χρόνια, ίσως μάλιστα να είχε καθιερωθεί και από αυτόν τον Μέγα Κωνσταντίνο, κατά προτροπή προφανώς της μητέρας του αγίας Ελένης, αμέσως μετά την εύρεση του Τιμίου Ξύλου στα Ιεροσόλυμα, γύρω στο 330 μ.Χ.
Η τιμή προς τον Τίμιο Σταυρό ανάγεται στους αποστολικούς χρόνους. Οι επιστολές του αποστόλου Παύλου είναι γεμάτες από χωρία με τα οποία ο μέγας απόστολος εξαίρει τον ρόλο του Σταυρού στην διαδικασία της σωτηρίας του κόσμου. Πρώτος ο Παύλος ομίλησε για την καύχηση του Σταυρού του Χριστού. Οι αποστολικοί Πατέρες ομιλούν και αυτοί με σεβασμό και τιμή προς το ιερό σύμβολο, μέσω του οποίου έγινε η καταλλαγή με το Θεό και επιτεύχθηκε η σωτηρία με την απολυτρωτική θυσία του Χριστού.
Οι κατακόμβες είναι γεμάτες από χαραγμένους σταυρούς. Οι διωκόμενοι χριστιανοί από τους φανατικούς ειδωλολάτρες θεωρούσαν τους εαυτούς τους τύπους του αδίκως παθόντος Κυρίου Ιησού Χριστού. Πίστευαν ότι εξαιτίας της πίστεώς τους στο Χριστό έφεραν και αυτοί το δικό τους σταυρό, γι αυτό το ιερό αυτό σύμβολο ήταν τόσο αγαπητό σε αυτούς. Αυτό τους εμψύχωνε και τους έδινε τη δύναμη του μαρτυρίου.
Η δύναμη του Τιμίου Σταυρού φάνηκε στο θαυμαστό όραμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στα 312, ενώ βάδιζε εναντίον του Μαξεντίου κοντά στη Ρώμη. Ο Κωνσταντίνος εξέφραζε την νέα εποχή, σε αντίθεση με τους συναυτοκράτορές του, οι οποίοι εξέφραζαν και προσπαθούσαν να συντηρήσουν τον παλιό κόσμο, που κατέρρεε ραγδαία. Ο μεγάλος αυτοκράτορας είδε στον ουρανό, ημέρα μεσημέρι, το σημείο του σταυρού, σχηματισμένο με αστέρια, και την επιγραφή «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ», επίσης σχηματισμένη με αστέρια. Ήταν η 28η Οκτωβρίου 312. Από εκείνη την ώρα έδωσε διαταγή το σημείο αυτό να γίνει το σύμβολο του στρατού του. Χαράχτηκε παντού, στις ασπίδες των στρατιωτών, στα κράνη, στα λάβαρα, και αλλού.
Ο εχθρός κατατροπώθηκε και ο Κωνσταντίνος έγινε μονοκράτωρ του απέραντου κράτους. Δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι η δύναμη του Σταυρού του είχε χαρίσει αυτή την περήφανη νίκη, γι αυτό προσέγγισε τη νέα ανερχόμενη θρησκευτική πίστη των χριστιανών. Κατάλαβε ο μεγάλος και διορατικός εκείνος άνδρας ότι το μέλλον της ανθρωπότητας ανήκε στον Χριστιανισμό, όπως και έγινε. Έτσι έδωσε αμέσως διαταγή να σταματήσουν οι διωγμοί εναντίον των χριστιανών, καθώς και όλων όσων διώκονταν για τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Με το γνωστό «Διάταγμα των Μεδιολάνων» κατοχυρώθηκε η ανεξιθρησκία στο κράτος. Παράλληλα υιοθέτησε τις ευαγγελικές αρχές για να γίνουν η βάση του δικαίου και της νομοθεσίας του (κατάργηση δουλείας, κοινωνική πρόνοια, αργία Κυριακής, κλπ). Για να είναι δίκαιος με όλους τους υπηκόους παρέμεινε προστάτης και της εθνικής θρησκείας (Μέγας Αρχιερεύς).
Το 326 αναχώρησε για τους Αγίους Τόπους η ευσεβής χριστιανή μητέρα του αγία Ελένη. Με την γενναία επιχορήγηση του Κωνσταντίνου άρχισε το κτίσιμο λαμπρών ναών επί των ιερών προσκυνημάτων. Επίκεντρο ήταν ο Πανάγιος Τάφος του Κυρίου. Στο σημείο εκείνο ο αυτοκράτορας Αδριανός είχε κτίσει το 135, κατά τη δεύτερη καταστροφή της Ιερουσαλήμ, ναό της Αφροδίτης.
Πρώτη ενέργεια της αγίας Ελένης ήταν η ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού, ο οποίος είχε ριχτεί από τους ρωμαίους σε παρακείμενη χωματερή. Σύμφωνα με την παράδοση οδηγήθηκε εκεί από ένα αρωματικό φυτό που φύτρωνε στο μέρος εκείνο, το γνωστό μας βασιλικό. Ύστερα από επίπονες ανασκαφές τελικά βρέθηκαν τρεις σταυροί, του Κυρίου και των δύο ληστών. Οι εκκλησιαστικοί ιστορικοί Φιλοστόργιος και Νικηφόρος αναφέρουν ότι ο Σταυρός του Κυρίου εντοπίσθηκε ύστερα από θαύμα, τοποθετήθηκε πάνω σε νεκρή γυναίκα και αυτή αναστήθηκε!
Η πιστή βασιλομήτωρ, με δάκρυα στα μάτια παρέδωσε τον Τίμιο Σταυρό στον Πατριάρχη Μακάριο, ο οποίος στις 14 Σεπτεμβρίου του έτους 335 τον ύψωσε στον φρικτό Γολγοθά και τον τοποθέτησε στον πανίερο και περικαλλή ναό της Αναστάσεως, τον οποίο είχε ανεγείρει η αγία πάνω από τον Πανάγιο Τάφο και ο οποίος σώζεται ως σήμερα. Το σημαντικό αυτό γεγονός σημάδεψε την ζωή της Εκκλησίας και γι αυτό άρχισε να εορτάζεται ως λαμπρή ανάμνηση. Έτσι καθιερώθηκε η μεγάλη εορτή της Παγκόσμιας Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.

Праздник Всемирного Воздвижения Животворящего Креста Господня
Миниатюра Минология Василия II.
Константинополь. 985 г. Ватиканская библиотека. Рим.
Παγκόσμιος Ύψωση τού Ζωοποιού Σταυρού τού Κυρίου
Μινιατούρα στο Μηνολόγιο τού Βασίλειου Β.
Κωνσταντινούπολη. 985μ.Χ. (Βιβλιοθήκη τού Βατικανού. Ρώμη).


Крестовоздвижение (14 сентября)
Менологий на 14-17 сентября
Византия. Греция; XIV в.; памятник:
Византийский менологий (Byzantine illumination Menologion);
10 x 13 см.; местонахождение: Англия. Оксфорд.
Бодлеанская Библиотека
Η Παγκόσμια Ύψωση του Τιμίου Σταυρού
Μηνολόγιο 14 – 17 Σεπτεμβρίου
Βυζαντινή Μηνολόγιο τού 14ου αιώνα μ.Χ.
Τώρα ευρίσκεται στην Αγγλία. Οξφόρδη.
Bodleian Βιβλιοθήκη (Bodleian Library)
Όμως την αγία αυτή ημέρα εορτάζουμε και την δεύτερη ύψωση. Στα 613 οι Πέρσες κυρίεψαν την Παλαιστίνη, λεηλάτησαν και κατέστρεψαν τα ιερά προσκυνήματα και πήραν ως λάφυρο τον Τίμιο Σταυρό και τον μετέφεραν στη χώρα τους. Η παράδοση αναφέρει ότι άπειρα θαύματα γινόταν εκεί. Οι πυρολάτρες Πέρσες θεώρησαν το Τίμιο Ξύλο μαγικό και γι αυτό το φύλασσαν και το προσκυνούσαν, χωρίς να γνωρίζουν την πραγματική του φύση και ιδιότητα! Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος μετά την νίκη του εναντίον των Περσών παρέλαβε τον Τίμιο Σταυρό και τον μετέφερε στην Ιερουσαλήμ. Ο Πατριάρχης Ζαχαρίας τον ύψωσε εκ νέου στο ναό της Αναστάσεως. Ήταν 14 Σεπτεμβρίου του 626.

Ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Παυλίνος αναφέρει στην ενδέκατη επιστολή του ότι η τοπική εκκλησία των Ιεροσολύμων θεώρησε ότι ο Σταυρός του Χριστού ανήκει σε όλη την χριστιανοσύνη και γι αυτό αποφάσισε να τεμαχίσει το Τίμιο Ξύλο και να το διανείμει σε όλη την Εκκλησία. Έτσι διασώθηκαν μέχρι σήμερα πολλά τεμάχια, τα οποία φυλάσσονται ως τα πολυτιμότερα κειμήλια, κυρίως στις ιερές μονές του Αγίου Όρους. Μια εσχατολογική προφητεία λέγει πως ένα από τα συγκλονιστικά γεγονότα του τέλους του κόσμου θα είναι και η επανένωση του Τιμίου Σταυρού!
Οι ορθόδοξοι πιστοί τιμούμε με ιδιαίτερο τρόπο την αγία ημέρα της Υψώσεως του Σταυρού του Κυρίου μας. Η ιερές ακολουθίες έχουν πανηγυρικό χαρακτήρα, ενώ έχει θεσπισθεί αυστηρή νηστεία. Κατακλύζουμε του ιερούς ναούς προκειμένου να προσκυνήσουμε τον Τίμιο Σταυρό και να αντλήσουμε δύναμη και χάρη ουράνια από αυτόν. Παίρνουμε μαζί μας κλώνους βασιλικού ως ευλογία και τον εναποθέτουμε στα εικονίσματα ως ελιξίριο κατά του κακού. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η τιμή και η προσκύνηση του Σταυρού είναι προσκύνηση του Ίδιου του Εσταυρωμένου Λυτρωτή μας Χριστού και όχι ειδωλολατρική πράξη, όπως κακόβουλα μας κατηγορούν οι ποικιλώνυμοι αιρετικοί. Ο Σταυρός του Κυρίου μας είναι το καύχημά μας, το νικηφόρο λάβαρο κατά του μεγαλύτερου εχθρού μας, του διαβόλου, το αήττητο όπλο κατά του πολυπρόσωπου κακού. Με ένα στόμα και με μια καρδιά ψάλλουμε τον υπέροχο παιάνα τροπάριο της μεγάλης εορτής: «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.
Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου, νίκας τοῖς Βασιλεῦσι κατὰ βαρβάρων δωρούμενος καὶ τὸ σὸν φυλάττων διὰ τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα.
Μετὰ τὴν α’ Στιχολογίαν, Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’
Ἀνέστης ἐκ νεκρῶν
Ἐν μέσῳ τῆς Ἐδέμ, ξύλον ἤνεγκε θάνατον, ἐν μέσῳ δὲ τῆς γῆς, ξύλον ζωῆς ἐβλάστησε· γευσάμενοι γὰρ τοῦ πρώτου, ἄφθαρτοι ὄντες, φθαρτοὶ γεγόναμεν, τυχόντες δὲ τοῦ δευτέρου, τῆς ἀφθαρσίας κατετρυφήσαμεν· διὰ Σταυροῦ γὰρ σῴζει ὁ Θεός, τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων.
Μετὰ τὴν β’ Στιχολογίαν, Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’
Τὸ προσταχθὲν
Προδιετύπου μυστικῶς πάλαι τῷ χρόνῳ, ὁ Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ναυῆ Σταυροῦ τὸν τύπον, ὡς τὰς χεῖρας ἐξέτεινε, σταυροφανῶς Σωτήρ μου· καὶ ἔστη ὁ ἥλιος ἕως ἐχθρούς, ἀνεῖλεν ἀνθισταμένους σοι τῷ Θεῷ· νῦν δὲ οὗτος ἐσκότισται, ἐπὶ Σταυροῦ σε ὁρῶν, θανάτου κράτος λύοντα, καὶ τὸν ᾍδην σκυλεύοντα.
Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’
Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον
Δόξα… Καὶ νῦν…
τῆς Ἑορτῆς,
Τὸν Σταυρὸν τοῦ Σωτῆρος ὑπὸ τὴν γῆν, κεκρυμμένον ἀνείλετο ἡ σεμνή, Ἑλένη, καὶ πίμπλησι, χαρᾶς κόσμου τὸ πλήρωμα, καὶ τεμένη θεσπίζει, ὑψοῦσθαι ἐν πνεύματι, καὶ τὸ σκῆπτρον κομίζει, ἐπὶ τὰ βασίλεια· ὅπερ καὶ δεικνῦσα, τῷ υἱῷ ἀνεβόα· Ὑφάπλωσον Δέσποτα, τὰς σὰς χεῖρας καὶ πρόσδεξαι, τὸν δεικνύμενον ἅπασι, κράτος σου, καὶ νίκας σοφέ, καὶ τὰ ἔθνη δίδαξον ἐν χάριτι, τοῦ προσκυνεῖν μετὰ πόθου, Σταυρὸν καὶ τὰ πάθη Χριστοῦ.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Αὐτόμελον.
Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ ἑκουσίως, τῇ ἐπωνύμῳ σου καινὴ πολιτεία, τοὺς οἰκτιρμούς σου δώρησαι, Χριστὲ ὁ Θεός, Εὔφρανον ἐν τῇ δυνάμει σου, τοὺς πιστοὺς Βασιλεῖς ἡμῶν, νίκας χορηγῶν αὐτοῖς, κατὰ τῶν πολεμίων, τὴν συμμαχίαν ἔχοιεν τὴν σήν, ὅπλον εἰρήνης, ἀήττητον τρόπαιον.
Ὁ Οἶκος
Ὁ μετὰ τρίτον οὐρανὸν ἀρθεὶς ἐν Παραδείσῳ, καὶ ῥήματα τὰ ἄρρητα καὶ θεῖα, ἃ οὐκ ἐξὸν γλώσσαις λαλεῖν, τὶ τοῖς Γαλάταις γράφει, ὡς ἐρασταὶ τῶν Γραφῶν, ἀνέγνωτε καὶ ἔγνωτε. Ἐμοί, φησί, καυχᾶσθαι μὴ γένοιτο, πλὴν εἰ μὴ ἐν μόνῳ τῷ Σταυρῷ τῷ τοῦ Κυρίου, ἐν ᾧ παθών, ἔκτεινε τὰ πάθη. Αὐτὸν οὖν καὶ ἡμεῖς βεβαίως κρατῶμεν τοῦ Κυρίου τὸν Σταυρὸν καύχημα πάντες· ἔστι γὰρ σωτήριον ἡμῖν τοῦτο τὸ ξύλον, ὅπλον εἰρήνης ἀήττητον τρόπαιον.

ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ
ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ
ΤΙΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΕΣ ΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟ

Μεγαλομάρτυρος ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ Πλακίδα καί τῶν σύν αὐτῷ

εις τον Άγιο Μεγαλομάρτυρα Ευστάθιο
Ποίημα Οσίου Γερασίμου Μικραγιαννανίτου

( σελιδες 376 – 417 )


( Πράξεις τῶν Ἁγίων σέ ελληνικό κείμενο)

Άγιος Ευστάθιος
και η συνοδεία του, Θεοπίστη η σύζυγος του,
Αγάπιος και Θεόπιστος τα παιδιά του

Εὐστάθιον βοῦς παγγενῆ χαλκοῦς φλέγει,
Καὶ παγγενῆ σὺ τοῦ Θεοῦ σῴζεις Λόγε.
Εἰκάδι Εὐστάθιος γενεῇ ἅμα βοῒ καύθη.
Βιογραφία
Ο Ευστάθιος ήταν αξιωματικός περίβλεπτος στη Ρώμη και στη χριστιανική πίστη προσήλθε με θαυμαστό τρόπο.

Святой Великомученик Евстафий Плакида.
Фреска монастыря Хора в Константинополе. 1315 – 1321 годы.
Ο Άγιος Ευστάθιος Πλακίδας
Τοιχογραφία (Fresco) μεταξύ τών ετών 1315 -1321 μ.Χ..
στην Ιερά Μονή τής Χώρας ( γνωστή σήμερα ως Καριγιέ Τζαμί). Κωνσταντινούπολη. Τουρκία

Великомученика Евстафия
Фреска 1290-1310 Успенский собор Протата. Святая гора Афон
Мануил Панселин
Ο Άγιος Ευστάθιος-
Τοιχογραφία (Fresco) μεταξύ τών ετών 1290 -1310 μ.Χ..
στον Καθεδρικό Ναό τής Κοίμησης τής Θεοτόκου.
Πρωτάτο. Άγιον Όρος (Άθως)
έργο τού Μανουήλ Πανσέληνου

Вмч. Евстафий.
Фреска 1547 г.
Афон (Дионисиат).
Тзортзи (Зорзис) Фука
Ο Άγιος Ευστάθιος-
Τοιχογραφία (Fresco) τού έτους 1547 μ.Χ..
στην Ιερά Μονή Διονυσίου Αγίου Όρους
έργο τού Τζώρτζη (Ζώρζης) Fuca.

Евстафий Плакида, Римский, вмч.;
Балканы. Сербия. Дечаны; XIV в.
; местонахождение: Сербия. Косово.
Монастырь Высокие Дечаны. Неф
Ο Άγιος Ευστάθιος Πλακίδας-
Τοιχογραφία (Fresco) τού 14ου αιώνα μ.Χ..
στην Ιερά Μονή Βισόκι Ντέτσανι. Κοσσυφοπέδιο. Σερβία


Вмч. Евстафий.
Фреска 1546 год.
церкви свт. Николая. Монастырь Ставроникита. Афон.
Феофан Критский и Симеон.
Ο Άγιος Ευστάθιος-
Τοιχογραφία (Fresco) τού έτους 1546 μ.Χ. στον Ιερό Ναό τού Αγίου Νικολάου τής Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα. ( Άθως) Άγιον Όρος.
Ἔργον τού Θεοφάνη τού Κρητός και τού Συμεών.


Святой Великомученик Евстафий Плакида.
Фреска 1610-е – 1620-е годы.
церкви Преображения Господня в Палехори, Кипр.
Ο Άγιος Ευστάθιος Πλακίδας
Τοιχογραφία (Fresco) μεταξύ τών ετών 1610 -1620 μ.Χ.. στον Ιερό Ναό τής Μεταμορφώσεως τού Κυρίου στο Παλαιχώρι, Κύπρος


Евстафий Плакида, Римский, вмч. Северный рукав, северная стена; Балканы. Сербия. Грачаница; XIV в.; местонахождение: Сербия. Косово. Монастырь Грачаница. Неф
Ο Άγιος Ευστάθιος Πλακίδας-
Τοιχογραφία (Fresco) τού 14ου αιώνα μ.Χ..
στην Ιερά Μονή Γρατσάνιτσα. Κοσσυφοπέδιο. Σερβία

Видение святого Евстафия
(икона критской школы, XVII век)
Το όραμα του Αγίου Ευστάθιου
Εικόνα τής κρητικής σχολής τον 17ο αιώνα μ.Χ.

Вмч. Евстафий Плакида.
Икона. Венеция (?). XVI в. Собрание Музея икон. Венеция.
Ο Άγιος Ευστάθιος-Πλακίδας
Εικόνα. τού 16ου αιώνα μ.Χ. απο την Συλλογή τού Μουσείου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Εικόνων στη Βενετία
(ευρίσκεται δίπλα στην Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και το Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών στη Βενετία στο κτίριο της πρώην Σχολής Φλαγγάνη)

Св. Евстафий Плакида с житием. Икона. Греция. 1620 – 1640 годы. Монастырь Богослова. о. Патмос. Греция.
Ο Άγιος Ευστάθιος-Πλακίδας με τον βίο του
Εικόνα μεταξύ τών ετών 1620 – 1640 μ.Χ.
στην Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου τού Θεολόγου. Πάτμος. Ελλάδα.
Όταν κάποτε κυνηγούσε ένα ελάφι, είδε στα κερατά του να φέρει σταυρό και άκουσε μία φωνή που τον καλούσε στην ορθή πίστη. Έτσι πίστεψε και βαπτίστηκε με το όνομα Ευστάθιος από Πλακίδας που ονομαζόταν πριν, καθώς επίσης και η γυναίκα του Τατιανή σε Θεοπίστη, αλλά και τα δυο τους παιδιά Αγάπιος και Θεόπιστος.

Св.Евстафий Плакида на охоте видит Христа в рогах оленя. Византийская миниатюра, 12 в.
Ο Άγιος Ευστάθιος-Πλακίδας.
Μικρογραφία (Μινιατούρα) ενός ελληνικού χειρογράφου,
τού 12ου αιώνα μ.Χ.

Св.Евстафий Плакида на охоте видит Христа в рогах оленя. Византийская миниатюра,
Ο Άγιος Ευστάθιος-Πλακίδας.
Μικρογραφία (Μινιατούρα)

Минея – Сентябрь (фрагмент). Икона. Русь. Начало XVII в. Церковно-Археологический Кабинет Московской Духовной Академии.
Μηναίο – Σεπτεμβρίου (τεμάχιο). Εικονίδιο. Russ. Αρχική XVII. Εκκλησία Αρχαιολογίας Γραφείο της Θεολογικής Ακαδημίας της Μόσχας.

Saint Eustathe-Placide (Eustache), grand-martyr à Rome, avec son épouse, sainte Théopistée et leurs fils Agapios et Théopistos (vers 118) ; miniature d’un manuscrit greco-géorgienne, XVe s.
Ο Άγιος Ευστάθιος-Πλακίδας μεγάλος μάρτυρας στη Ρώμη, με τη σύζυγό του, Αγία Θεοπίστη και τους υιους τους Αγάπιο και Θεοπίστη (118). Μικρογραφία (Μινιατούρα) ενός ελληνικο-γεωργιανού χειρογράφου, τού 15ου αιώνα μ.Χ.

Мчч. Евстафий, Феопистия, Агапий, Феопист с житием. Икона. Россия. XVIII в. 31 х 26. Частное собрание.
Ο Άγιος Ευστάθιος-Πλακίδας με τη σύζυγό του, Αγία Θεοπίστη και τους υιους τους Αγάπιο και Θεοπίστη και σκηνές απο τών βίο τους.
Εικόνα ρωσική τού 18ου αιώνα μ.Χ. απο ιδιωτική Συλλογή
Όταν ο αυτοκράτωρ Τραϊανός έμαθε ότι ασπάσθηκε το χριστιανισμό, του αφαίρεσε τον ανώτερο στρατιωτικό βαθμό που είχε και τον εξόρισε με όλη του την οικογένεια. Κατά την πορεία όμως, τον χώρισαν από τη σύζυγο του Θεοπίστη και τα δύο του παιδιά, το Θεόπιστο και τον Αγάπιο. Το γεγονός αυτό, πίκρανε πολύ τον Ευστάθιο.
Μετά από χρόνια, όταν ο Τραϊανός περιήλθε σε μεγάλη πολεμική δυσχέρεια, θυμήθηκε τον ικανότατο αξιωματικό του Ευστάθιο. Τον επανέφερε λοιπόν στην υπηρεσία, και ο Ευστάθιος με τη γενναιότητα αλλά και τη στρατηγική που τον διέκρινε συνετέλεσε κατά πολύ στην νίκη. Στο δρόμο μάλιστα, βρήκε την οικογένεια του και ένοιωσε μεγάλη χαρά.
Ο διάδοχος, όμως, του Τραϊανού, Αδριανός, απαίτησε από τον Ευστάθιο να παραστεί στις θυσίες των ειδωλολατρικών θεών.
Ο Ευστάθιος, βέβαια, αρνήθηκε, με αποτέλεσμα να βασανιστεί αυτός και η οικογένεια του. Αλλά η αγάπη τους στο Χριστό ενδυνάμωνε την ψυχή τους στα βασανιστήρια, ενθυμούμενοι μάλιστα τους θείους λόγους, που λένε: «Μακάριος ἀνὴρ ὃς ὑπομένει πειρασμὸν ὅτι δόκιμος γενόμενος λήψεται τὸν στέφανον τῆς ζωῆς, ὃν ἐπηγγείλατο ὁ Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Επιστολή Ιακώβου, α’ 12). Πανευτυχής, δηλαδή, είναι ο άνθρωπος που βαστάει με υπομονή τη δοκιμασία των θλίψεων. Διότι έτσι γίνεται σταθερός και δοκιμασμένος, για να πάρει το λαμπρό και ένδοξο στεφάνι της αιώνιας ζωής, που υποσχέθηκε ο Κύριος σ’ αυτούς που Τον αγαπούν.
Τελικά, ο Ευστάθιος με την οικογένεια του πέθαναν μέσα σε χάλκινο πυρακτωμένο βόδι (117 μ.Χ.).

Мчч. Евстафий, Феопистия, Агапий, Феопист. Миниатюра Минология Василия II. Константинополь. 985 г. Ватиканская библиотека. Рим.
Άθληση τού Αγίου Ευστάθιου και τής συνοδείας του, Θεοπίστης τής συζύγου του, Αγάπιου και Θεόπιστου τών υιών του. Μινιατούρα στό Μηνολόγιο τού Βασίλειου Β. Κωνσταντινούπολη τό έτος 985 μ.Χ. . Τώρα ευρίσκεται στην Βιβλιοθήκηςτου Βατικανού. Ρώμη.

Мучение свв. Евстафия, Феопистии, Агапия, Феописта. Тзортзи (Зорзис) Фука. Фреска. Афон (Дионисиат). 1547 г.
Μαρτύριο τού Αγίου Ευστάθιου και τής συνοδείας του, Θεοπίστης τής συζύγου του, Αγάπιου και Θεόπιστου τών υιών του.
Τοιχογραφία (Fresco) τού έτους 1547 μ.Χ..
στην Ιερά Μονή Διονυσίου Αγίου Όρους
έργο τού Τζώρτζη (Ζώρζης) Fuca.

Казнь св. Евстафия в раскалённом медном быке. Неизвестный немецкий художник XVI века. Национальный музей искусств Азербайджана
Εκτέλεση τού Αγίου Ευστάθιος μέσα σε χάλκινο πυρακτωμένο βόδι .
Εικόνα τού 16ου αιώνα μ.Χ. απο άγνωστο Γερμανό καλλιτέχνη.
Τώρα ευρίσκεται στο Εθνικό Μουσείο Τέχνης τού Αζερμπαϊτζάν


Евстафий Плакида, вмч., жена его Феоптистия, мц. и чада Агапий и Феопист, мч. (20 сентября)
Менологий на 18-21 сентября
Византия. Греция; XIV в.; памятник:
Византийский менологий (Byzantine illumination Menologion);
10 x 13 см.; местонахождение: Англия. Оксфорд.
Бодлеанская Библиотека
Μαρτύριο τού Αγίου Ευστάθιου και τής συνοδείας του, Θεοπίστης τής συζύγου του, Αγάπιου και Θεόπιστου τών υιών του.
Μηνολόγιο 18 – 21 Σεπτεμβρίου
Βυζαντινή Μηνολόγιο τού 14ου αιώνα μ.Χ.
Τώρα ευρίσκεται στην Αγγλία. Οξφόρδη.
Bodleian Βιβλιοθήκη (Bodleian Library)

Ιερά Λείψανα
Μέρος των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Αγαπίου βρίσκονται στον ομώνυμο ρωμαιοκαθολικό Ναό της Βενετίας.

Μέρος των Ιερών Λειψάνων της Αγίας Θεοπίστης βρίσκονται στον ομώνυμο ρωμαιοκαθολικό Ναό της Βενετίας.

Μέρος των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Θεόπιστου βρίσκονται στον ομώνυμο ρωμαιοκαθολικό Ναό της Βενετίας.


ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΙΒΗΡΩΝ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ. Άγια Λείψανα του Αγίου Χαραλάμπους, του Αγίου Νέστορος, του Οσίου Ιλαρίωνος, των Αγίων μαρτύρων Μηνοδώρας, Νυμφοδώρας, και Μητροδώρας, του Αγίου Αποστόλου Ανδρέα, του Αγίου Γεωργίου, Αίμα των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού, της Αγίας Οσιομάρτυρος Ανυσίας, του Αγίου Αποστόλου Φιλίππου, του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Προκοπίου, του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Μάμαντος, του Αγίου Νεομάρτυρος Παχωμίου του Αγιοπαυλίτου, του Αγίου Νεομάρτυρος Θεοδώρου του εν Αλικαρνασσώ, του Αγίου Ιωάννου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του Νηστευτού, του Αγίου Οσιομάρτυρος Κοσμά Πρώτου του Αγίου Όρους, της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας, του Οσίου Κυριάκου του Αναχωρητού, του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Ευσταθίου, του Αγίου Ιερομάρτυρος Μοδέστου, του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Ιακώβου του Πέρσου, των Αγίων Δισμυρίων, του Οσίου Μακαρίου του Αιγυπτίου, του Αγίου Μηνά του Καλλικέλαδου, του Αγίου Ιερόθεου Αθηνών, του Αγίου Διονυσίου του Αεροπαγίτου κ.ά.

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΙΒΗΡΩΝ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ.Άγια λείψανα του Αγίου Ερμολάου, της Αγίας Παρασκευής, του Αγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου του εν Ιωαννίνοις, του Αγίου Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Παλαμά, του Αγίου Γρηγορίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του Ε’, του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, του Αγίου Ιερομάρτυρος Χαραλάμπους, του Αγίου Μάρτυρος Μάμαντος, του Αγίου Παντελεήμονος του Ιαματικού, των Αγίων Πέντε Μαρτύρων Ευστρατίου, Αυξεντίου, Μαρδαρίου, Ευγενίου και Ορέστου, του Αγίου Οσιομάρτυρος Ιακώβου του Ιβηροσκητιώτου, του Αγίου Χαραλάμπους, του Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτου, του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του Αγίου Ευσταθίου, του Αγίου Γεωργίου του Νέου, της Αγίας Βαρβάρας, της Αγίας Παρασκευής, του Αγίου Πατρικίου, του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου κ.ά.

Στην Ιερα Μονη Τιμίου Προδρόμου Νικήσιανης (Νομός Καβάλας) φυλλάσονται λείψανα πολλών αγίων όπως: Λείψανο Αγίου Ευσταθίου.

![]()

Ковчег в виде десницы с частицей святых мощей великомученика Евстафия Плакиды
Вознесе́нская Дави́дова пу́стынь — мужской монастырь
Λειψανοθήκη με τη μορφή ενός δεξιού χεριού με ένα σωματίδιο των ιερών λειψάνων
τού Μεγαλομάρτυρα Ευστάθιου Πλακίδα
στήν Ιερά Μονή Αναλήψεως τού Κυρίου
“Η Έρημος τού Δαυίδ”. Μόσχα. Ρωσία



Η λειψανοθήκη τμήματος της κάρας του αγίου μεγαλομάρτυρος Ευσταθίου
Λειψανοθήκες στο σχήμα μερών του σώματος ήταν πολύ δημοφιλείς τον Μεσαίωνα (12ος και 13ος αιώνες). Αν και το σχήμα αυτών των λειψανοθηκών θα μπορούσε να είναι μια ένδειξη του περιεχομένου τους, συχνά εμπλουτίζονταν με διάφορα λείψανα από διαφορετικούς αγίους. Τέτοια είναι και η περίπτωση με την κάρα του αγίου Ευσταθίου, που περιείχε πολλά λείψανα, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων του αγίου Eucharius, πρώτου επίσκοπου της Trier, του αγίου Νικολάου, επισκόπου Μύρων της Λυκίας, και άλλων. Το 1955 η λάρνακα άνοιξε και τα λείψανα επεστράφησαν στη Βασιλεία της Ελβετίας, επειδή η λειψανοθήκη προερχόταν από τη Βασιλεία.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἀγρευθεῖς οὐρανόθεν πρὸς εὐσέβειαν ἔνδοξε, τὴ τοῦ σοὶ ὀφθέντος δυνάμει, δι’ ἐλάφου Εὐστάθιε, ποικίλους καθυπέστης πειρασμούς, καὶ ἤστραψας ἐν ἄθλοις ἱεροίς, σὺν τὴ θεία σου συμβίω καὶ τοὶς υἱοίς, φαιδρύνων τοὺς βοώντας σοι. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ δείξαντι σὲ ἐν παντί, Ἰὼβ παμμάκαρ δεύτερον.


Святые Прокопий, Никита, Евстафий. Икона (таблетка). Новгород. Конец XV в. 24 х 19. Из Софийского собора. Новгородский музей.
Ἅγιοι Προκόπιος, Νικήτας, Εὐστάθιος. Εικονίδιο (δισκίο) τέλος του 15ου αἰώνα Ἀπό τόν Καθεδρικό Ἳερό Ναό τῆς Αγίας Σοφίας. Νόβγκοροντ Μουσείο.

Избранные свв. Икона. Греция. XVII в. ЦАК МДА.
Εικόνα ελληνική τού 17ου αιώνα μ.Χ.
Τώρα ευρίσκεται στο Εκκλησιαστικό – Αρχαιολογικό Γραφεἰο
της Θεολογικής Ακαδημίας της Μόσχας. Ρωσία
\

Архангел Михаил, Симеон Столпник и Евстафий Плакида
румынская икона
Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, ο Σύμεων Στυλίτης και ο Ευστάθιος Πλακίδας
Ρουμάνικη Εικόνα
Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Εὐσεβείας τοῖς τρόποις ἀνδραγαθῶν, καρτερίας τοῖς πόνοις ὑπεραθλῶν, νέος ἀνηγόρευσαι, Ἰὼβ Μάρτυς πανένδοξε· τῶν γὰρ τερπνῶν τοῦ βίου, παθῶν τὴν ἀφαίρεσιν, σὺν γυναικὶ καὶ τέκνοις, Θεῷ ηὐχαρίστησας· ὅθεν ἐπὶ τέλει, τῶν ἀγώνων ὡς νίκης, βραβεῖον παρέσχε σοι, τὴν τοῦ αἵματος πρόσχυσιν, Ἀθλοφόρε Εὐστάθιε· πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων, ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.
Муч
еники Евстафий Плакида и Фекла
Άγιοι Ευστάθιος Πλακίδας και Θέκλα
Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τὰ πάθη Χριστοῦ, σαφῶς μιμησάμενος, καὶ τούτου πιών, πιστῶς τὸ ποτήριον, κοινωνὸς Εὐστάθιε, καὶ τῆς δόξης σύγκληρος γέγονας, παρ’ αὐτοῦ τοῦ πάντων Θεοῦ, λαμβάνων ἐξ ὕψους θείαν ἄφεσιν.
Ὁ Οἶκος
Ὕμνον μοι δώρησαι ὁ Θεός μου, ἀνυμνῆσαι καὶ λέγειν νυνὶ τοὺς ἀγῶνας τοῦ Ἀθλοφόρου σου Κύριε, ὅπως εὐρύθμως ἐγκωμιάσω τὸν γενναῖον ἐν τοῖς ἄθλοις Εὐστάθιον, τὸν νικητὴν ἐν πολέμοις ἐχθρῶν γεγονότα ἀεί, τὸν μέγαν ἐν εὐσεβείᾳ, καὶ χορῷ τῶν Μαρτύρων ἐκλάμψαντα· σὺν τούτοις γὰρ ψάλλει ἀπαύστως σοι, μετ’ Ἀγγέλων ὁ πάνσοφος, λαμβάνων ἐξ ὕψους θείαν ἄφεσιν.

ΑΠΟ ΤΟ ΡΩΣΙΚΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ
(μετάφραση Google)
Άγιος Δημήτριος του Ροστόφ (Τούπταλο)
Βίοι των Αγίων
Η ζωή και τα πάθη του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Ευστάθιου Πλακίδου, του συζύγου και των παιδιών του
Εορτάζεται στις 20 Σεπτεμβρίου
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Τραϊανού (5878) , ζούσε στη Ρώμη ένας διοικητής ονόματι Πλακίδας (5879 ). Καταγόταν από ευγενή οικογένεια και κατείχε μεγάλο πλούτο. Η ανδρεία του στον πόλεμο ήταν τόσο φημισμένη που το όνομά του έκανε τους εχθρούς του να τρέμουν. Ακόμα και την εποχή που ο αυτοκράτορας Τίτος πολεμούσε στην Ιουδαία (5880) , ο Πλακίδας ήταν ένας εξαιρετικός Ρωμαίος διοικητής και διακρίθηκε σε όλες τις μάχες με το ατρόμητο θάρρος του.
Ο Πλακίδας ήταν ειδωλολάτρης στην πίστη, αλλά έκανε πολλά καλά, χριστιανικά έργα στη ζωή του: τάιζε τους πεινασμένους, έντυνε τους γυμνούς, βοηθούσε τους άπορους και απελευθέρωνε πολλούς από δεσμά και φυλακές. Χαιρόταν ειλικρινά αν έπρεπε να βοηθήσει κάποιον σε προβλήματα και θλίψεις, και μάλιστα χαιρόταν περισσότερο από τις ένδοξες νίκες του επί των εχθρών του. Όπως ο Κορνήλιος, ο οποίος αναφέρεται στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων ( Πράξεις 10:1-48 ), ο Πλακίδας έφτασε στην πλήρη τελειότητα σε όλα τα καλά έργα, αλλά δεν είχε ακόμη αγία πίστη στον Κύριό μας Ιησού Χριστό – αυτή την πίστη χωρίς την οποία όλα τα καλά έργα είναι νεκρά ( Ιάκωβος 2:17 ). Ο Πλακίδας είχε μια σύζυγο, τόσο ενάρετη όσο και ο ίδιος, και δύο γιους. Ο Πλακίδας ήταν πολύ ευγενικός και ελεήμων προς όλους. Το μόνο που του έλειπε ήταν η γνώση του Ενός Αληθινού Θεού, τον οποίο, αν και άγνωστο, τίμησε ήδη με τα καλά του έργα. Αλλά ο ελεήμων, στοργικός Κύριος επιθυμεί τη σωτηρία όλων και κοιτάζει προς εκείνους που κάνουν το καλό: «Εν παντί έθνος όστις φοβάται αυτόν και εργάζεται δικαιοσύνην, είναι δεκτός παρά Αυτού» ( Πράξεις 10:35 ). Δεν περιφρόνησε αυτόν τον ενάρετο άνθρωπο, δεν τον άφησε να χαθεί στο σκοτάδι της ειδωλολατρίας και ο Ίδιος καταδέχτηκε να του αποκαλύψει την οδό προς τη σωτηρία.
Μια μέρα, ο Πλακίδας, όπως συνήθιζε, πήγε για κυνήγι με τους πολεμιστές και τους υπηρέτες του. Συνάντησε ένα κοπάδι ελαφιών, έβαλε τους ιππείς του και άρχισε να τους καταδιώκει. Σύντομα παρατήρησε ότι ένα από τα ελάφια, το μεγαλύτερο, είχε αποχωριστεί από το κοπάδι. Αφήνοντας πίσω τους πολεμιστές του, ο Πλακίδας και η μικρή συνοδεία του καταδίωξαν τα ελάφια στην έρημο. Οι σύντροφοι του Πλακίδα σύντομα εξαντλήθηκαν και έμειναν πολύ πίσω του. Ο Πλακίδας, ωστόσο, με ένα πιο δυνατό και γρηγορότερο άλογο, συνέχισε την καταδίωξη μόνος του μέχρι που το ελάφι ανέβηκε τρέχοντας σε έναν ψηλό γκρεμό. Ο Πλακίδας σταμάτησε στους πρόποδες του γκρεμού και, κοιτάζοντας το ελάφι, άρχισε να σκέφτεται πώς να το πιάσει. Εκείνη τη στιγμή, ο Πανάγαθος Θεός, που με πολλαπλά μέσα οδηγεί τους ανθρώπους στη σωτηρία και μέσα από πεπρωμένα που μόνο Αυτός γνωρίζει τους οδηγεί στο μονοπάτι της αλήθειας, συνέλαβε τον ίδιο τον κυνηγό, εμφανιζόμενος στον Πλακίδα, όπως κάποτε έκανε και στον Απόστολο Παύλο ( Πράξεις 9:3-6 ). Συνεχίζοντας να κοιτάζει το ελάφι, ο Πλακίδας είδε έναν λαμπερό σταυρό ανάμεσα στα κέρατα των κεράτων του, και πάνω στον σταυρό την εικόνα της σάρκας του Κυρίου Ιησού Χριστού, που σταυρώθηκε για εμάς. Έκπληκτος από αυτό το θαυμαστό όραμα, ο διοικητής άκουσε ξαφνικά μια φωνή να λέει:
– Γιατί με διώχνεις, Πλάσιντο;
Και με αυτή τη θεϊκή φωνή, ο φόβος έπεσε αμέσως πάνω στον Πλακίδα: πέφτοντας από το άλογό του, ο Πλακίδας έμεινε στο έδαφος σαν νεκρός. Μόλις που συνήλθε από τον φόβο του, ρώτησε:
– Ποιος είσαι, Κύριε, που μου μιλάς;
Και ο Κύριος του είπε:
«Είμαι ο Ιησούς Χριστός, ο Θεός, που ενσαρκώθηκε για τη σωτηρία της ανθρωπότητας, που υπέμεινε εκούσια ταλαιπωρία και θάνατο στον σταυρό, τον οποίο εσείς, χωρίς να το γνωρίζετε, λατρεύετε. Τα καλά σας έργα και οι άφθονες ελεημοσύνες σας έχουν φτάσει σε μένα, και επιθύμησα να σας σώσω. Και γι’ αυτό εμφανίστηκα εδώ για να σας δελεάσω στη γνώση μου και να σας ενώσω με τους πιστούς δούλους μου. Διότι δεν επιθυμώ ένας άνθρωπος που κάνει δίκαια έργα να χαθεί στις παγίδες του εχθρού.»
Σηκώθηκε από το έδαφος και μη βλέποντας πια κανέναν μπροστά του, ο Πλάκιδος είπε:
«Τώρα πιστεύω, Κύριε, ότι Εσύ είσαι ο Θεός του ουρανού και της γης, ο Δημιουργός όλης της κτίσης. Από τώρα και στο εξής, μόνο Εσένα λατρεύω και δεν γνωρίζω άλλον Θεό εκτός από Εσένα. Σε παρακαλώ, Κύριε, δίδαξέ με τι πρέπει να κάνω.»
Και άκουσε ξανά τη φωνή:
– Πήγαινε σε έναν Χριστιανό ιερέα, λάβε το βάπτισμα από αυτόν και αυτός θα σε οδηγήσει στη σωτηρία.
Γεμάτος χαρά και τρυφερότητα, ο Πλακίδας έπεσε στο έδαφος με δάκρυα στα μάτια και υποκλίθηκε ενώπιον του Κυρίου, ο οποίος είχε καταδεχτεί να του εμφανιστεί. Θρηνούσε που μέχρι τότε αγνοούσε την αλήθεια και τον αληθινό Θεό, αλλά ταυτόχρονα χαιρόταν πνευματικά που του δόθηκε τέτοια χάρη, αποκαλύπτοντάς του τη γνώση της αλήθειας και οδηγώντας τον στο σωστό μονοπάτι. Ανεβαίνοντας ξανά στο άλογό του, επέστρεψε στους συντρόφους του, αλλά, κρατώντας τη μεγάλη του χαρά μυστική, δεν είπε σε κανέναν τι είχε συμβεί. Όταν επέστρεψε σπίτι από το κυνήγι, κάλεσε τη γυναίκα του και της είπε ιδιωτικά όλα όσα είχε δει και ακούσει. Η γυναίκα του, με τη σειρά της, διηγήθηκε:
«Χθες βράδυ άκουσα κάποιον να μου λέει αυτά τα λόγια: “Εσύ, ο σύζυγός σου και οι γιοι σου θα έρθετε σε μένα αύριο και θα με γνωρίσετε, τον Ιησού Χριστό, τον αληθινό Θεό, που στέλνει σωτηρία σε όσους με αγαπούν”». «Ας μην καθυστερούμε· ας εκπληρώσουμε αμέσως ό,τι μας έχει δοθεί».
Έπεσε η νύχτα. Ο Πλακίδας έστειλε να βρει τον Χριστιανό ιερέα. Αφού έμαθε για το σπίτι του, ο Πλακίδας πήρε τη γυναίκα του, τα παιδιά του και μερικούς από τους πιστούς υπηρέτες του και πήγε στον ιερέα, που ονομαζόταν Ιωάννης. Φτάνοντας μπροστά του, διηγήθηκαν λεπτομερώς την εμφάνιση του Κυρίου στον ιερέα και ζήτησε να βαπτιστεί. Αφού τους άκουσε, ο ιερέας δόξασε τον Θεό, που επιλέγει ακόμη και ανάμεσα στους ειδωλολάτρες αυτούς που Του αρέσουν, και, αφού τους δίδαξε την αγία πίστη, τους αποκάλυψε όλες τις εντολές του Θεού. Έπειτα είπε μια προσευχή και τους βάπτισε στο όνομα του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Και στο άγιο βάπτισμα τους δόθηκαν τα ονόματα: Πλακίδας, Ευστάθιος, η σύζυγός του, Θεοπίστια, και οι γιοι τους, Αγάπιος και Θεόπιστος. Μετά το βάπτισμα, ο ιερέας τους χορήγησε τα Θεία Μυστήρια και τους απέλυσε εν ειρήνη, λέγοντάς τους:
«Είθε ο Θεός, που σε φώτισε με το φως της γνώσης Του και σε κάλεσε στην κληρονομιά της αιώνιας ζωής, να είναι πάντα μαζί σου! Και όταν αξιωθείς να δεις τον Θεό στην επόμενη ζωή, να θυμάσαι εμένα, τον πνευματικό σου πατέρα».
Έτσι, αναγεννημένοι στο άγιο βάπτισμα, επέστρεψαν στο σπίτι τους γεμάτοι απερίγραπτη χαρά. Η θεία χάρη φώτισε τις ψυχές τους με ένα απαλό φως και γέμισε τις καρδιές τους με τέτοια ευδαιμονία που ένιωθαν σαν να βρίσκονταν στον ουρανό, όχι στη γη.
Την επόμενη μέρα, ο Ευστάθιος, καβάλα στο άλογό του και παίρνοντας μαζί του μερικούς υπηρέτες, ξεκίνησε, σαν να κυνηγούσε, προς το σημείο όπου ο Κύριος του είχε εμφανιστεί, για να ευχαριστήσει για τα άφατα δώρα Του. Φτάνοντας εκεί, έστειλε τους υπηρέτες του να αναζητήσουν θήραμα. Κατεβαίνοντας από το άλογό του, έπεσε με το πρόσωπο στη γη και προσευχήθηκε με δάκρυα, ευχαριστώντας τον Κύριο για το άφατο έλεός Του που καταδέχτηκε να τον φωτίσει με το φως της πίστης. Στην προσευχή του, εμπιστεύτηκε τον εαυτό του στον Κύριό του, παραδίδοντας τον εαυτό του σε όλα τα πράγματα στο καλό και τέλειο θέλημά Του και ικετεύοντάς Τον να κανονίσει, με την αγαθότητά Του, τα πάντα προς όφελός του, όπως ο ίδιος γνώριζε και καταδέχτηκε. Και εδώ έλαβε μια αποκάλυψη για τις δυστυχίες και τις θλίψεις που θα τον έβρισκαν.
«Ευστάθιε», του είπε ο Κύριος, «είναι αρμόδιο να δείξεις την πίστη σου, την ακλόνητη ελπίδα σου και την ένθερμη αγάπη σου για Μένα. Όλα αυτά δεν τα μαθαίνεις μέσα σε πρόσκαιρο πλούτο και μάταιη ευημερία, αλλά μέσα στη φτώχεια και τις αντιξοότητες. Εσύ, όπως ο Ιώβ , πρέπει να υπομείνεις πολλές θλίψεις και να βιώσεις πολλές συμφορές, ώστε, δοκιμασμένος σαν χρυσός στο καμίνι, να αποδειχθείς άξιός Μου και να λάβεις το στέμμα από τα χέρια Μου».
«Γενηθήτω το θέλημά Σου, Κύριε», απάντησε ο Ευστάθιος. «Είμαι έτοιμος να δεχτώ τα πάντα από τα χέρια Σου με ευχαριστία. Ξέρω ότι είσαι αγαθός και ελεήμων, και ως Πατέρας, παιδεύεις με έλεος· δεν θα δεχτώ λοιπόν από τα ελεήμονά Σου χέρια μια πατρική τιμωρία; Αληθινά, είμαι έτοιμος, σαν δούλος, να υπομείνω με υπομονή όλα όσα μου επιβάλλονται, αν μόνο η παντοδύναμη βοήθειά Σου είναι μαζί μου».
Και άκουσε ξανά τη φωνή:
– Επιθυμείς να υπομείνεις θλίψεις τώρα ή στις τελευταίες μέρες της ζωής σου;
«Κύριε», είπε ο Ευστάθιος, «αν είναι αδύνατο να αποφύγω εντελώς τους πειρασμούς, τότε δώσε μου να υπομείνω αυτές τις συμφορές τώρα· μόνο στείλε μου τη βοήθειά Σου, ώστε να μην με κυριεύσει το κακό και να με αποσπάσει από την αγάπη Σου».
Ο Κύριος του είπε:
«Να είσαι χαρούμενος, Ευστάθιε, γιατί η χάρη Μου θα είναι μαζί σου και θα σε προστατεύει. Σε περιμένει βαθιά ταπείνωση, αλλά Εγώ θα σε υψώσω—και όχι μόνο θα σε δοξάσω ενώπιον των αγγέλων Μου στον ουρανό, αλλά θα αποκαταστήσω και την τιμή σου ανάμεσα στους ανθρώπους. Μετά από πολλές θλίψεις, θα σου στείλω ξανά παρηγοριά και θα αποκαταστήσω την προηγούμενη θέση σου. Δεν πρέπει, ωστόσο, να χαίρεσαι με αυτή την προσωρινή τιμή, αλλά με το γεγονός ότι το όνομά σου είναι χαραγμένο στο βιβλίο της αιώνιας ζωής».
Έτσι συνομίλησε ο Άγιος Ευστάθιος με τον αόρατο Κύριο και, γεμάτος θεϊκή χάρη, έλαβε αποκαλύψεις από Αυτόν. Χαίροντας το πνεύμα του και φλεγόμενος από αγάπη για τον Θεό, επέστρεψε στο σπίτι του. Ο Ευστάθιος διηγήθηκε στην αξιοσέβαστη σύζυγό του όλα όσα του είχε αποκαλύψει ο Θεός. Δεν της έκρυψε τις πολλές δοκιμασίες και τα βάσανα που την περίμεναν και την παρότρυνε να τις υπομείνει με θάρρος για χάρη του Κυρίου, ο Οποίος θα μετέτρεπε αυτές τις λύπες σε αιώνια χαρά και αγαλλίαση.
Ακούγοντας τον άντρα της, αυτή η σοφή γυναίκα είπε:
– Ας γίνει το θέλημα του Κυρίου πάνω μας· και θα προσευχόμαστε σε Αυτόν με όλο μας τον ζήλο μόνο για να μας στείλει υπομονή.
Και άρχισαν να ζουν ευσεβώς και έντιμα, αγωνιζόμενοι στη νηστεία και την προσευχή, μοιράζοντας ελεημοσύνη στους φτωχούς ακόμη πιο άφθονα από πριν, και με μεγαλύτερο ζήλο από πριν, τελειοποιώντας τον εαυτό τους σε όλες τις αρετές.
Λίγο καιρό αργότερα, με την άδεια του Θεού, αρρώστια και θάνατος έπληξαν την οικογένεια του Ευστάθιου. Όλο το σπίτι του αρρώστησε και σε σύντομο χρονικό διάστημα, όχι μόνο σχεδόν όλοι οι υπηρέτες του αλλά και όλα τα ζώα του πέθαναν. Και επειδή όσοι επέζησαν ήταν άρρωστοι, δεν είχε μείνει κανείς να φυλάει τον θησαυρό του Ευστάθιου και κλέφτες λεηλάτησαν την περιουσία του τη νύχτα. Σύντομα, ο φημισμένος και πλούσιος διοικητής έμεινε σχεδόν άφραγκος. Ο Ευστάθιος, ωστόσο, δεν λυπήθηκε καθόλου γι’ αυτό ούτε έπεσε σε απαρηγόρητη θλίψη: μέσα σε όλες αυτές τις δοκιμασίες, δεν αμάρτησε καθόλου ενώπιον του Θεού και, ευχαριστώντας Τον, μίλησε όπως ο Ιώβ:
– «Ο Κύριος έδωσε και ο Κύριος αφαίρεσε· ευλογημένο το όνομα του Κυρίου!» ( Ιώβ 1:21 ).
Ο Ευστάθιος παρηγόρησε τη γυναίκα του, μήπως και θρηνήσει για όσα τους συνέβαιναν, και αυτή, με τη σειρά της, παρηγόρησε τον άντρα της. Έτσι, και οι δύο υπέμειναν τις θλίψεις τους με ευγνωμοσύνη στον Θεό, εμπιστευόμενοι τον εαυτό τους σε όλα στο θέλημά Του και ενισχύοντας τον εαυτό τους με ελπίδα στο έλεός Του. Βλέποντας ότι είχε χάσει την περιουσία του, ο Ευστάθιος αποφάσισε να κρυφτεί από όλους τους γνωστούς του κάπου μακριά, και εκεί, χωρίς να αποκαλύψει την ευγενική καταγωγή και την υψηλή του θέση, να ζήσει ανάμεσα στον απλό λαό με ταπεινότητα και φτώχεια. Ήλπιζε ότι ζώντας μια τέτοια ζωή, θα υπηρετούσε τον Χριστό τον Κύριό μας, ο οποίος είχε φτωχύνει και ταπεινωθεί για χάρη της σωτηρίας μας, ανεμπόδιστα και μακριά από τα κοσμικά κουτσομπολιά. Ο Ευστάθιος συμβουλεύτηκε τη γυναίκα του γι’ αυτό, μετά από το οποίο αποφάσισαν να φύγουν από το σπίτι εκείνο το βράδυ. Έτσι, κρυφά από το σπίτι τους – από το οποίο υπήρχαν λίγα, και οι άρρωστοι – πήραν τα παιδιά τους, αντάλλαξαν τα πολύτιμα ρούχα τους με κουρέλια και έφυγαν από το σπίτι τους. Καταγόμενος από ευγενή οικογένεια, υψηλός αξιωματούχος, αγαπητός από τον βασιλιά, σεβαστός από όλους, ο Ευστάθιος θα μπορούσε εύκολα να ανακτήσει τη δόξα, την τιμή και τον πλούτο που είχε χάσει. Αλλά, θεωρώντας τους άχρηστους, τους εγκατέλειψε όλους για τον Θεό, επιθυμώντας Αυτόν μόνο ως προστάτη του. Κρυμμένος για να αποφύγει την αναγνώριση, ο Ευστάθιος περιπλανήθηκε σε άγνωστα μέρη, μένοντας ανάμεσα στους πιο απλούς και αδαείς ανθρώπους. Έτσι, εγκαταλείποντας τα πλούσια παλάτια του, αυτός ο μιμητής του Χριστού περιπλανήθηκε, μη βρίσκοντας καταφύγιο πουθενά. Σύντομα, ο βασιλιάς και όλοι οι ευγενείς έμαθαν ότι ο αγαπημένος τους διοικητής, ο Πλακίδας, είχε εξαφανιστεί σε άγνωστο προορισμό. Όλοι ήταν προβληματισμένοι και αβέβαιοι για το τι να σκεφτούν: μήπως κάποιος σκότωσε τον Πλακίδα ή μήπως χάθηκε ο ίδιος κατά λάθος. Ήταν πολύ λυπημένοι γι’ αυτόν και τον αναζήτησαν, αλλά δεν μπορούσαν να κατανοήσουν το μυστήριο του Θεού που συνέβαινε στη ζωή του Ευστάθιου: «Γιατί ποιος γνώρισε το νου του Κυρίου; Ή ποιος έγινε σύμβουλος αυτού;» ( Ρωμ. 11:34 ).
Ενώ ο Ευστάθιος και η οικογένειά του έμεναν σε άγνωστο μέρος, η γυναίκα του τού είπε:
«Πόσο καιρό, κύριέ μου, θα ζούμε εδώ; Καλύτερα να φύγουμε από εδώ για μακρινές χώρες, για να μην μας αναγνωρίσει κανείς και για να μην γίνουμε αντικείμενο χλευασμού ανάμεσα στους γνωστούς μας.»
Έτσι, μαζί με τα παιδιά τους, ξεκίνησαν τον δρόμο που οδηγούσε στην Αίγυπτο . Αφού περπατούσαν αρκετές μέρες, έφτασαν στη θάλασσα και, βλέποντας ένα πλοίο στην προβλήτα έτοιμο να σαλπάρει για την Αίγυπτο, επιβιβάστηκαν σε αυτό και απέπλευσαν. Ο καπετάνιος του πλοίου ήταν ξένος και πολύ σκληρός άνθρωπος. Δελεασμένος από την ομορφιά της γυναίκας του Ευστάθιου, άναψε από πάθος γι’ αυτήν και συνέλαβε στην καρδιά του την πονηρή πρόθεση να την πάρει από αυτόν τον άθλιο άνθρωπο και να την πάρει για τον εαυτό του. Φτάνοντας στην ακτή όπου επρόκειτο να αποβιβαστεί ο Ευστάθιος, ο καπετάνιος πήρε τη γυναίκα του Ευστάθιου αντί να πληρώσει για το θαλάσσιο ταξίδι. Ο Ευστάθιος αντιστάθηκε, αλλά ήταν ανίσχυρος, γιατί ο άγριος και απάνθρωπος ξένος, βγάζοντας το σπαθί του, απείλησε να σκοτώσει τον Ευστάθιο και να τον πετάξει στη θάλασσα. Δεν υπήρχε κανείς να μεσολαβήσει για τον Ευστάθιο. Έπεσε κλαίγοντας στα πόδια του κακού ανθρώπου, παρακαλώντας τον να μην τον χωρίσει από την αγαπημένη του. Αλλά όλες οι παρακλήσεις του ήταν μάταιες και άκουσε μια αποφασιστική απάντηση:
«Αν θέλεις να ζήσεις, σκάσε και φύγε από εδώ, ή πέθανε αμέσως από το σπαθί, και ας γίνει αυτή η θάλασσα ο τάφος σου.»
Κλαίγοντας, ο Ευστάθιος πήρε τα παιδιά του και αποβιβάστηκε από το πλοίο. Ο ιδιοκτήτης του πλοίου, απομακρυνόμενος από την ακτή, σήκωσε τα πανιά και άνοιξε πανιά. Πόσο οδυνηρός ήταν ο χωρισμός από την αγνή και πιστή σύζυγό του για αυτόν τον θεοσεβούμενο άνδρα! Με μάτια γεμάτα δάκρυα και καρδιές κατακλυσμένες από θλίψη, αποχαιρέτησαν ο ένας τον άλλον. Ο Ευστάθιος έκλαιγε, παραμένοντας στην ακτή, και η σύζυγός του έκλαιγε στο πλοίο, που είχε πάρει βίαια από τον σύζυγό της και είχε μεταφερθεί σε μια άγνωστη γη. Μπορούν να εκφραστούν η θλίψη, το κλάμα και ο θρήνος τους; Ο Ευστάθιος στάθηκε για πολλή ώρα στην ακτή, παρακολουθώντας το πλοίο όσο μπορούσε να το δει. Έπειτα ξεκίνησε, παίρνοντας μαζί του τα μικρά παιδιά του. Ο σύζυγος έκλαιγε για τη γυναίκα του και τα παιδιά έκλαιγαν για τη μητέρα τους. Η μόνη παρηγοριά για τη δίκαιη ψυχή του Ευστάθιου ήταν ότι δεχόταν αυτές τις δοκιμασίες από το χέρι του Κυρίου, χωρίς τη θέληση του οποίου τίποτα δεν μπορούσε να τον βρει. Ο Ευστάθιος ενθαρρύνθηκε επίσης από τη σκέψη ότι είχε κληθεί στην πίστη του Χριστού για να περπατήσει με υπομονή την οδό προς την ουράνια πατρίδα.
Αλλά οι λύπες του Ευστάθιου δεν είχαν τελειώσει ακόμα. Αντίθετα, σύντομα θα βίωνε νέες λύπες, μεγαλύτερες από τις πρώτες. Μόλις είχε ξεχάσει την πρώτη του θλίψη, όταν πλησίαζε μια νέα θλίψη. Μόλις είχε υπομείνει τον οδυνηρό χωρισμό από τη σύζυγό του, και η απώλεια των παιδιών του δεν άργησε να περάσει. Συνεχίζοντας το ταξίδι του, ο Ευστάθιος έφτασε σε ένα βαθύ και ορμητικό ποτάμι. Δεν υπήρχε πορθμείο ή γέφυρα πάνω από αυτό, και έπρεπε να το διασχίσει. Το να μεταφέρει και τους δύο γιους ταυτόχρονα αποδείχθηκε αδύνατο. Έτσι, ο Ευστάθιος πήρε τον έναν από αυτούς και τον μετέφερε στους ώμους του στην άλλη όχθη. Αφού τον έβαλε εκεί, ξεκίνησε πίσω για να μεταφέρει και τον δεύτερο γιο του. Αλλά καθώς έφτασε στη μέση του ποταμού, ακούστηκε ξαφνικά μια κραυγή. Ο Ευστάθιος γύρισε και είδε με τρόμο πώς ένα λιοντάρι είχε αρπάξει τον γιο του και είχε φύγει μαζί του στην έρημο. Με μια πικρή και αξιολύπητη κραυγή, ο Ευστάθιος παρακολουθούσε το υποχωρούν θηρίο μέχρι που αυτό και το θήραμά του εξαφανίστηκαν από τα μάτια του. Ο Ευστάθιος έσπευσε να επιστρέψει στον άλλο γιο του. Αλλά πριν προλάβει να φτάσει στην ακτή, ένας λύκος έτρεξε ξαφνικά έξω και έσυρε το αγόρι στο δάσος. Καταβεβλημένος από οδυνηρές θλίψεις από παντού, ο Ευστάθιος στεκόταν στο ποτάμι, πνιγμένος σε μια θάλασσα από τα δάκρυά του. Μπορεί κανείς να πει πόσο μεγάλος ήταν ο πόνος και οι λυγμοί του; Είχε χάσει τη γυναίκα του, αγνή, πιστή και ευσεβή· είχε χάσει τα παιδιά του, τα οποία θεωρούσε ως τη μόνη του παρηγοριά μέσα στις δοκιμασίες που τον είχαν βρει. Ήταν πραγματικά θαύμα το γεγονός ότι αυτός ο άνθρωπος δεν υπέκυψε σε τόσο μεγάλες θλίψεις και παρέμεινε ζωντανός. Είναι βέβαιο ότι μόνο το παντοδύναμο δεξί χέρι του Υψίστου ενίσχυσε τον Ευστάθιο στην υπομονή αυτών των θλίψεων: γιατί μόνο Αυτός που του επέτρεψε να πέσει σε τέτοιους πειρασμούς μπορούσε να του στείλει τόση υπομονή.
Αφού έφτασε στην ακτή, ο Ευστάθιος έκλαψε πολύ και πικρά, και στη συνέχεια, με βαθιά θλίψη, συνέχισε το δρόμο του. Για αυτόν, υπήρχε μόνο ένας Παράκλητος – ο Θεός, στον Οποίο πίστευε ακράδαντα και για χάρη του Οποίου υπέμεινε όλα αυτά. Ο Ευστάθιος δεν παραπονέθηκε καθόλου για τον Θεό, ούτε είπε: «Με κάλεσες, Κύριε, να Σε γνωρίσω για να χάσω τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου; Αυτό είναι το όφελος της πίστης σε Σένα, ώστε να γίνω ο πιο άθλιος από όλους τους ανθρώπους; Αγαπάς τόσο πολύ εκείνους που πιστεύουν σε Σένα ώστε να χαθούν χωρισμένοι ο ένας από τον άλλον;» Αυτός ο δίκαιος και υπομονετικός άνθρωπος ποτέ δεν σκέφτηκε κάτι τέτοιο. Αντίθετα, με βαθιά ταπεινότητα, ευχαρίστησε τον Κύριο για το γεγονός ότι χαιρόταν να βλέπει τους δούλους Του όχι σε κοσμική ευημερία και μάταιες απολαύσεις, αλλά σε λύπες και δυστυχίες, προκειμένου να τους παρηγορήσει στη μέλλουσα ζωή με αιώνια χαρά και αγαλλίαση.
Αλλά ο Παντοδύναμος Θεός μετατρέπει τα πάντα σε καλό, και αν επιτρέπει σε έναν δίκαιο άνθρωπο να πέσει σε αντιξοότητες, δεν το κάνει για να τον τιμωρήσει, αλλά για να δοκιμάσει την πίστη και το θάρρος του, προτιμώντας όχι τα δάκρυα αλλά την ακλόνητη υπομονή, και λαμβάνοντας υπόψη την ευχαριστία του. Όπως ακριβώς ο Κύριος διατήρησε κάποτε τον Ιωνά αλώβητο στην κοιλιά του κήτους (Ιωνάς, Κεφάλαιο 2), έτσι διατήρησε τα παιδιά του Ευστάθιου, που τα άρπαξαν άγρια θηρία, ασφαλή και αβλαβή. Όταν ένα λιοντάρι άρπαξε ένα αγόρι στην έρημο, οι βοσκοί το είδαν και, με μια κραυγή, άρχισαν να το καταδιώκουν. Εγκαταλείποντας το αγόρι, το λιοντάρι αναζήτησε ασφάλεια φυγής. Ομοίως, οι αγρότες είδαν έναν λύκο που είχε αρπάξει ένα άλλο αγόρι και, με μια κραυγή, το καταδίωξε. Ο λύκος εγκατέλειψε επίσης το αγόρι. Οι βοσκοί και οι αγρότες ήταν από το ίδιο χωριό. Πήραν τα παιδιά και τα μεγάλωσαν.
Αλλά ο Ευστάθιος δεν γνώριζε τίποτα από αυτά. Καθώς συνέχιζε το δρόμο του, άλλοτε ευχαριστούσε τον Θεό για την υπομονή του, και άλλοτε, καταβεβλημένος από την ανθρώπινη φύση, έκλαιγε, αναφωνώντας:
– Αλίμονό μου! Κάποτε ήμουν πλούσιος, αλλά τώρα είμαι φτωχός και στερημένος από τα πάντα. Αλίμονό μου! Κάποτε ήμουν σε δόξα, αλλά τώρα είμαι σε ατιμία. Αλίμονό μου! Κάποτε ήμουν νοικοκυρά και είχα μεγάλη περιουσία, αλλά τώρα είμαι περιπλανώμενος. Κάποτε ήμουν σαν δέντρο με πολλά φύλλα και καρποφόρο, αλλά τώρα είμαι σαν μαραμένο κλαδί. Ήμουν περιτριγυρισμένος από φίλους στο σπίτι, από υπηρέτες στους δρόμους, από πολεμιστές στη μάχη, αλλά τώρα έχω μείνει μόνος στην έρημο. Αλλά μην με εγκαταλείψεις, Κύριε! Μη με περιφρονήσεις, Εσύ, ο Παντογνώστης! Μη με ξεχνάς, Εσύ, ο Πανάγαθος! Κύριε, μην με εγκαταλείψεις εντελώς! Θυμάμαι, Κύριε, τα λόγια Σου, που ειπώθηκαν στον τόπο της εμφάνισής Σου σε μένα: «Θα υποστείς θλίψεις όπως ο Ιώβ». Αλλά τώρα κάτι μεγαλύτερο μου συνέβη από τον Ιώβ: γιατί αυτός, αν και στερημένος από την περιουσία και τη δόξα του, έμεινε στην κοπριά του. Αλλά εγώ είμαι σε ξένη γη και δεν ξέρω πού να στραφώ. Είχε φίλους να τον παρηγορούν. Αλλά η παρηγοριά μου, αγαπημένα μου παιδιά, άγρια θηρία τα πήραν στην έρημο και τα καταβρόχθισαν. Αν και είχε χάσει τα παιδιά του, θα μπορούσε να είχε κάποια παρηγοριά και κάποια υπηρεσία από τη σύζυγό του. Αλλά η καλή μου γυναίκα έπεσε στα χέρια ενός άνομου ξένου, και εγώ, σαν καλάμι στην έρημο, συγκλονίζομαι από την καταιγίδα των πικρών μου θλίψεων. Μη θυμώνεις μαζί μου, Κύριε, επειδή μιλάω έτσι από την πικρία της καρδιάς μου. Γιατί μιλάω σαν άνθρωπος. Αλλά σε Σένα, τον Προμηθευτή μου και τον Τακτοποιητή του μονοπατιού μου, ενδυναμώνομαι, ελπίζω σε Σένα, και με την αγάπη Σου, σαν δροσερή δροσιά και πνοή ανέμου, δροσίζω τη φωτιά της θλίψης μου, και με την επιθυμία για Σένα, σαν κάποιο είδος γλυκύτητας, καταπραΰνω την πικρία των προβλημάτων μου.
Μιλώντας έτσι με στεναγμούς και δάκρυα, ο Ευστάθιος έφτασε σε ένα χωριό που ονομαζόταν Βάδισις. Αφού εγκαταστάθηκε εκεί, άρχισε να εργάζεται, προσλαμβάνοντας τον εαυτό του στους ντόπιους για να κερδίζει τα προς το ζην με την εργασία των δικών του χεριών. Μόχθησε και μοχθούσε σε μια εργασία στην οποία ήταν ασυνήθιστος και προηγουμένως άγνωστος. Αργότερα, ο Ευστάθιος έπεισε τους χωρικούς να του εμπιστευτούν τη φροντίδα των σιτηρών τους, για την οποία του πλήρωναν μια μικρή αμοιβή. Έτσι έζησε σε αυτό το χωριό για δεκαπέντε χρόνια σε μεγάλη φτώχεια και ταπεινότητα, και σε πολύ μόχθο, κερδίζοντας το ψωμί του με τον ιδρώτα του προσώπου του. Ποιος μπορεί να περιγράψει τις αρετές και τα κατορθώματά του; Ο καθένας μπορεί να τα εκτιμήσει αν σκεφτεί ότι, μέσα σε τέτοια φτώχεια και περιπλάνηση, δεν ασκήθηκε σε τίποτα περισσότερο από την προσευχή, τη νηστεία, τα δάκρυα, τις αγρυπνίες και τους εγκάρδιους στεναγμούς, σηκώνοντας τα μάτια και την καρδιά του στον Θεό και περιμένοντας το έλεος από την άφατη συμπόνια Του. Τα παιδιά του Ευστάθιου μεγάλωναν κοντά, σε ένα άλλο χωριό, αλλά δεν γνώριζε τίποτα γι’ αυτά, ούτε γνώριζαν ο ένας τον άλλον, αν και ζούσαν στο ίδιο χωριό. Η σύζυγός του, όπως και η Σάρα , διαφυλάχθηκε από τον Θεό από την ακολασία εκείνου του ξένου, ο οποίος, την ίδια στιγμή που την πήρε από τον δίκαιο σύζυγό της, αρρώστησε και, επιστρέφοντας στη χώρα του, πέθανε, αφήνοντας την αιχμάλωτη αγνή και άθικτη. Έτσι ο Θεός προστάτευσε την πιστή δούλη Του, ώστε, αν και πιάστηκε σε δίχτυ, δεν πιάστηκε, αλλά σαν πουλί, γλίτωσε από την παγίδα των κυνηγών. Το δίχτυ έσπασε και ελευθερώθηκε με τη βοήθεια του Υψίστου. Μετά τον θάνατο του ξένου, η ενάρετη γυναίκα απελευθερώθηκε και έζησε ειρηνικά, απαλλαγμένη από τις αντιξοότητες, κερδίζοντας τα προς το ζην με τον κόπο των χεριών της.
Εκείνη την εποχή, οι ξένοι πολεμούσαν εναντίον της Ρώμης και προκαλούσαν μεγάλες ζημιές, έχοντας καταλάβει αρκετές πόλεις και περιοχές . 5884 Επομένως, ο βασιλιάς Τραϊανός ένιωσε μεγάλη θλίψη και, θυμούμενος τον γενναίο διοικητή του Πλακίδο, είπε:
Αν ο Πλακίδος μας ήταν μαζί μας, οι εχθροί μας δεν θα μπορούσαν να μας χλευάσουν· γιατί ήταν τρομερός για τους εχθρούς, και οι εχθροί φοβόντουσαν το όνομά του, επειδή ήταν γενναίος και επιτυχημένος στις μάχες.
Ο βασιλιάς και όλοι οι ευγενείς του έμειναν έκπληκτοι από το παράξενο γεγονός ότι ο Πλακίδας είχε εξαφανιστεί στον αέρα με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Αποφασίζοντας να στείλει μια ομάδα αναζήτησης σε όλο το βασίλειό του, ο Τραϊανός είπε στους γύρω του:
«Αν κάποιος βρει τον Πλακίδο μου για μένα, θα του αποδώσω μεγάλη τιμή και θα τον ανταμείψω με πολλά δώρα.»
Έτσι, δύο καλοί πολεμιστές, ο Αντίοχος και ο Ακάκιος, που κάποτε ήταν πιστοί φίλοι του Πλακίδα και ζούσαν στο σπίτι του, είπαν:
«Αυταρχικέ Τσάρε, διέταξέ μας να αναζητήσουμε αυτόν τον άνθρωπο, τον οποίο έχει μεγάλη ανάγκη ολόκληρη η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ακόμα κι αν χρειαστεί να τον αναζητήσουμε στις πιο μακρινές χώρες, θα ασκήσουμε όλο μας τον ζήλο.»
Ο βασιλιάς ενθουσιάστηκε με την ετοιμότητά τους και τους έστειλε αμέσως να αναζητήσουν τον Πλακίδα. Ξεκίνησαν και ταξίδεψαν σε πολλές περιοχές, αναζητώντας τον αγαπημένο τους διοικητή σε πόλεις και χωριά, ρωτώντας όποιον συναντούσαν αν είχαν δει κάπου τέτοιο άνθρωπο. Τελικά, πλησίασαν στο χωριό όπου ζούσε ο Ευστάθιος. Ο Ευστάθιος, εκείνη την εποχή, φύλαγε τα σιτηρά στο χωράφι. Βλέποντας τους στρατιώτες να πλησιάζουν, άρχισε να τους εξετάζει λεπτομερώς και, αναγνωρίζοντάς τους από μακριά, χάρηκε και έκλαψε από χαρά. Αναστενάζοντας βαθιά στον Θεό στα κρυφά της καρδιάς του, ο Ευστάθιος στάθηκε στον δρόμο από τον οποίο επρόκειτο να περάσουν οι στρατιώτες. Πλησίασαν τον Ευστάθιο και τον χαιρέτησαν, ρωτώντας τον ποιο χωριό ήταν και ποιος το είχε. Έπειτα άρχισαν να ρωτούν αν υπήρχε εκεί κάποιος περιπλανώμενος, τάδε ηλικίας και εμφάνισης, που ονομαζόταν Πλακίδας.
Ο Ευστάθιος τους ρώτησε:
-Γιατί τον ψάχνεις;
Του απάντησαν:
«Είναι φίλος μας και δεν τον έχουμε δει εδώ και πολύ καιρό και δεν ξέρουμε πού είναι με τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Αν κάποιος μας έλεγε γι’ αυτόν, θα του δίναμε πολύ χρυσάφι.»
Ο Ευστάθιος τους είπε:
«Δεν τον γνωρίζω και δεν έχω ακούσει ποτέ για τον Πλακίδα. Ωστόσο, άρχοντές μου, σας παρακαλώ, μπείτε στο χωριό και ξεκουραστείτε στην καλύβα μου, γιατί βλέπω ότι εσείς και τα άλογά σας είστε κουρασμένοι από το ταξίδι. Ξεκουραστείτε λοιπόν μαζί μου, και μετά μπορείτε να μάθετε για τον άνθρωπο που ψάχνετε από κάποιον που τον γνωρίζει.»
Οι στρατιώτες, αφού άκουσαν τον Ευστάθιο, πήγαν μαζί του στο χωριό, αλλά δεν τον αναγνώρισαν. Αυτός, ωστόσο, τους αναγνώρισε τόσο καλά που σχεδόν έκλαψε, αλλά συγκρατήθηκε. Σε αυτό το χωριό ζούσε ένας καλός άνθρωπος, στο σπίτι του οποίου είχε καταφύγει ο Ευστάθιος. Έφερε τους στρατιώτες σε αυτόν τον άνθρωπο, ζητώντας του να τους φιλοξενήσει και να τους ταΐσει.
«Και εγώ», πρόσθεσε, «θα σας ανταποδώσω με την εργασία μου όλα όσα ξοδεύετε για ψυχαγωγία, επειδή αυτοί οι άνθρωποι είναι γνωστοί μου».
Ο άντρας, από καλοσύνη και παράλληλα με το αίτημα του Ευστάθιου, φιλοξένησε επιμελώς τους καλεσμένους του. Ο Ευστάθιος τους υπηρέτησε, φέρνοντας και στρώνοντας το φαγητό μπροστά τους. Καθώς το έκανε αυτό, θυμήθηκε την προηγούμενη ζωή του, όταν αυτοί που τώρα υπηρετούσε τον είχαν υπηρετήσει οι ίδιοι. Καταβεβλημένος από τη φυσική αδυναμία της ανθρώπινης φύσης, μόλις που μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του, αλλά κρυβόταν από τους στρατιώτες για να αποφύγει την αναγνώριση. Αρκετές φορές έβγαινε από την καλύβα, έκλαιγε για λίγο και σκούπιζε τα δάκρυά του, και αμέσως ξαναμπήκε μέσα, υπηρετώντας τους ως σκλάβος και απλός χωρικός. Οι στρατιώτες, κοιτάζοντας συχνά το πρόσωπό του, άρχισαν να τον αναγνωρίζουν σιγά σιγά και άρχισαν να λένε ήσυχα ο ένας στον άλλον: «Αυτός ο άνθρωπος μοιάζει με τον Πλακίδα… μπορεί όντως να είναι αυτός;» Και πρόσθεσαν: «Θυμόμαστε ότι ο Πλακίδας είχε μια βαθιά πληγή στον λαιμό του, την οποία έλαβε στον πόλεμο. Αν αυτός ο άνθρωπος έχει μια τέτοια πληγή, τότε είναι πραγματικά ο ίδιος ο Πλακίδας». Βλέποντας την πληγή στον λαιμό του, οι στρατιώτες πετάχτηκαν αμέσως από το τραπέζι, έπεσαν στα πόδια του, άρχισαν να τον αγκαλιάζουν και έκλαιγαν από χαρά, λέγοντάς του:
«Εσύ είσαι ο Πλακίδας, αυτός που ψάχνουμε! Είσαι ο αγαπημένος του βασιλιά, αυτός που θρηνεί για τόσο καιρό! Είσαι ο Ρωμαίος στρατηγός, αυτός που θρηνούν όλοι οι στρατιώτες!»
Τότε ο Ευστάθιος κατάλαβε ότι είχε έρθει η ώρα που του είχε προαναγγείλει ο Κύριος, και στην οποία επρόκειτο να λάβει ξανά τον πρώτο του βαθμό και την προηγούμενη δόξα και τιμή του, και είπε στους στρατιώτες:
«Εγώ, αδελφοί, είμαι αυτός που ψάχνετε! Είμαι ο Πλακίδας, με τον οποίο πολεμήσατε για πολύ καιρό ενάντια στον εχθρό. Είμαι ο άνθρωπος που κάποτε ήταν η δόξα της Ρώμης, φοβισμένος από τους ξένους, αγαπητός σε εσάς, αλλά τώρα—φτωχός, άθλιος και άγνωστος σε όλους!»
Μεγάλη ήταν η αμοιβαία χαρά τους και χαρούμενα τα δάκρυά τους. Έντυσαν τον Ευστάθιο με ωραία ενδύματα ως διοικητή τους, του παρέδωσαν το μήνυμα του βασιλιά και τον παρότρυναν θερμά να πάει αμέσως στον βασιλιά, λέγοντας:
«Οι εχθροί μας έχουν αρχίσει να μας νικούν, και δεν υπάρχει κανείς τόσο γενναίος όσο εσύ που θα μπορούσε να τους νικήσει και να τους διαλύσει!»
Ο οικοδεσπότης και όλο το σπιτικό του, ακούγοντας αυτό, έμειναν έκπληκτοι και μπερδεμένοι. Και η είδηση διαδόθηκε σε όλο το χωριό ότι βρέθηκε εκεί ένας σπουδαίος άνδρας. Όλοι οι χωρικοί άρχισαν να συρρέουν εκεί, σαν να ήθελαν να δουν ένα μεγάλο θαύμα, και κοίταξαν με θαυμασμό τον Ευστάθιο, ντυμένο στρατηγό και δεχόμενος τιμές από τους στρατιώτες. Ο Αντίοχος και ο Ακάκιος διηγήθηκαν στον λαό τα κατορθώματα του Πλακίδα, την ανδρεία, τη δόξα και την ευγένειά του. Ο λαός, ακούγοντας ότι ο Ευστάθιος ήταν τόσο γενναίος Ρωμαίος στρατηγός, θαύμασε λέγοντας: «Ω, τι σπουδαίος άνδρας ζούσε ανάμεσά μας, που μας υπηρετούσε ως μισθοφόρος!» Και υποκλίθηκαν μέχρι εδάφους μπροστά του, λέγοντας:
– Γιατί δεν μας αποκαλύψατε, κύριε, την ευγενική σας καταγωγή και αξίωμα;
Ο πρώην αφέντης του Πλακίδα, στο σπίτι του οποίου είχε διαμείνει, έπεσε στα πόδια του, παρακαλώντας τον να μην θυμώνει μαζί του για την ασέβειά του. Και όλοι οι χωρικοί ντράπηκαν στη σκέψη ότι είχαν προσλάβει έναν τόσο σπουδαίο άνθρωπο ως σκλάβο. Οι στρατιώτες ανέβηκαν στον Ευστάθιο και τον συνόδευσαν, επιστρέφοντας στη Ρώμη, και όλοι οι χωρικοί τον συνόδευσαν μακριά με μεγάλες τιμές. Στο δρόμο, ο Ευστάθιος συνομίλησε με τους στρατιώτες, και τον ρώτησαν για τη γυναίκα και τα παιδιά του. Τους διηγήθηκε όλα όσα τον είχαν βρει, και έκλαψαν, ακούγοντας για τις ατυχίες του. Με τη σειρά τους, του είπαν πόσο λυπημένος ήταν ο βασιλιάς εξαιτίας του, και όχι μόνο αυτός, αλλά και ολόκληρη η αυλή και οι στρατιώτες του. Συζητώντας έτσι μεταξύ τους, έφτασαν στη Ρώμη λίγες μέρες αργότερα, και οι στρατιώτες ανέφεραν στον βασιλιά ότι είχαν βρει τον Πλακίδα – και πώς είχε συμβεί. Ο βασιλιάς χαιρέτησε τον Πλακίδα με τιμές, περιτριγυρισμένος από όλους τους ευγενείς του, και τον αγκάλιασε με χαρά και τον ρώτησε για όλα όσα του είχαν συμβεί. Ο Ευστάθιος διηγήθηκε στον βασιλιά όλα όσα είχαν συμβεί σε αυτόν, στη σύζυγό του και στα παιδιά του, και όλοι, ακούγοντάς τον, συγκινήθηκαν. Μετά από αυτό, ο βασιλιάς αποκατέστησε τον Ευστάθιο στην προηγούμενη θέση του και τον προίκισε με πλούτο μεγαλύτερο από αυτόν που είχε αρχικά. Όλη η Ρώμη χάρηκε για την επιστροφή του Ευστάθιου. Ο βασιλιάς του ζήτησε να πάει σε πόλεμο ενάντια στους ξένους και, με την ανδρεία του, να υπερασπιστεί τη Ρώμη από την εισβολή τους, αλλά και να τους εκδικηθεί για την κατάληψη αρκετών πόλεων. Αφού συγκέντρωσε όλους τους στρατιώτες, ο Ευστάθιος είδε ότι ήταν ανεπαρκείς για έναν τέτοιο πόλεμο. Γι’ αυτό, πρότεινε στον βασιλιά να στείλει διατάγματα σε όλες τις περιοχές του βασιλείου του και να συγκεντρώσει από τις πόλεις και τα χωριά νέους άνδρες ικανούς για στρατιωτική υπηρεσία και στη συνέχεια να τους στείλει στη Ρώμη. Και αυτό έγινε. Ο βασιλιάς έστειλε τα διατάγματα και ένα πλήθος νέων και δυνατών ανδρών, ικανών για πόλεμο, συγκεντρώθηκε στη Ρώμη. Ανάμεσά τους έφεραν στη Ρώμη και δύο γιοι του Ευστάθιου, ο Αγάπιος και ο Θεόπιστος, οι οποίοι μέχρι τότε είχαν ήδη ενηλικιωθεί και ήταν όμορφοι στην εμφάνιση, επιβλητικοί στο σώμα και δυνατοί στη δύναμη. Όταν τους έφερε στη Ρώμη και ο διοικητής τους είδε, τους αγάπησε πολύ, γιατί η πατρική του φύση τον τράβηξε στα παιδιά και ένιωθε μια έντονη αγάπη γι’ αυτά. Αν και δεν γνώριζε ότι ήταν παιδιά του, παρ’ όλα αυτά τα αγαπούσε σαν δικά του, και ήταν πάντα μαζί του και κάθονταν μαζί του στο ίδιο τραπέζι, γιατί ήταν αγαπητά στην καρδιά του. Μετά από αυτό, ο Ευστάθιος πήγε σε πόλεμο εναντίον των ξένων και τους κατέκτησε με τη δύναμη του Χριστού. Όχι μόνο ανακατέλαβε τις πόλεις και τις περιοχές που είχαν καταλάβει, αλλά κατέκτησε και ολόκληρη την εχθρική περιοχή και νίκησε ολοκληρωτικά τον στρατό τους. Ενδυναμωμένος από τη δύναμη του Κυρίου του, επέδειξε ακόμη μεγαλύτερο θάρρος από πριν και πέτυχε μια νίκη πιο λαμπρή από ό,τι είχε πετύχει ποτέ πριν.
Όταν ο πόλεμος τελείωσε και ο Ευστάθιος επέστρεφε ειρηνικά στην πατρίδα του, βρέθηκε σε ένα χωριό που βρισκόταν σε μια γραφική τοποθεσία δίπλα σε ένα ποτάμι. Επειδή αυτή η τοποθεσία ήταν βολική για κατασκήνωση, ο Ευστάθιος και οι στρατιώτες του έμειναν για τρεις ημέρες: γιατί ήταν θέλημα Θεού ο πιστός δούλος Του να επανενωθεί με τη γυναίκα και τα παιδιά του και να συγκεντρωθούν ξανά οι διασκορπισμένοι. Η σύζυγός του ζούσε σε αυτό το ίδιο χωριό, έχοντας έναν κήπο από τον οποίο έβγαζε τα προς το ζην με μεγάλη δυσκολία. Με την πρόνοια του Θεού, ο Αγάπιος και ο Θεόπιστος, μη γνωρίζοντας τίποτα για τη μητέρα τους, έστησαν μια σκηνή κοντά στον κήπο της. Μεγαλωμένοι στο ίδιο χωριό, μοιράζονταν μια κοινή σκηνή και αγαπιόντουσαν σαν αδέρφια. Δεν ήξεραν ότι ήταν αδέρφια, ωστόσο, αγνοώντας τη στενή τους σχέση, έτρεφαν αδελφική αγάπη. Και οι δύο ξάπλωσαν για να αναπαυθούν κοντά στον κήπο της μητέρας τους, όχι μακριά από το στρατόπεδο του διοικητή. Μια μέρα, η μητέρα τους δούλευε στον κήπο της γύρω στο μεσημέρι και άκουσε τη συζήτηση του Αγάπιου και του Θεόπιστου, οι οποίοι εκείνη την ώρα ξεκουράζονταν στη σκηνή τους. Η συζήτησή τους πήγε ως εξής: ρώτησαν ο ένας τον άλλον για την καταγωγή τους και ο πρεσβύτερος είπε:
«Λίγα θυμάμαι ότι ο πατέρας μου ήταν στρατηγός στη Ρώμη, και δεν ξέρω γιατί έφυγε από την πόλη με τη μητέρα μου, παίρνοντας εμένα και τον μικρότερο αδερφό μου (ήμασταν δύο). Θυμάμαι επίσης ότι φτάσαμε στη θάλασσα και επιβιβαστήκαμε σε ένα πλοίο. Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, όταν αποβιβαστήκαμε, ο πατέρας μας κατέβηκε από το πλοίο, και μαζί του ο αδερφός μου και εγώ, αλλά η μητέρα μας, για κάποιο λόγο, παρέμεινε στο πλοίο. Θυμάμαι επίσης ότι ο πατέρας μου έκλαιγε πικρά γι’ αυτήν, και κλαίγαμε μαζί του, και συνέχισε το δρόμο του κλαίγοντας. Όταν πλησιάσαμε στο ποτάμι, ο πατέρας μου με άφησε στην όχθη, και, παίρνοντας τον μικρότερο αδερφό μου στον ώμο του, τον μετέφερε στην απέναντι όχθη. Όταν τον μετέφερε και με ακολούθησε, ένα λιοντάρι ήρθε τρέχοντας, με άρπαξε και με πήγε στην έρημο. Αλλά οι βοσκοί με πήραν από αυτόν, και μεγάλωσα σε εκείνο το χωριό, ξέρετε.»
Τότε ο μικρότερος αδελφός, σηκώθηκε γρήγορα, έπεσε πάνω στον λαιμό του με δάκρυα χαράς, λέγοντας:
«Αλήθεια είσαι αδερφός μου, γιατί θυμάμαι όλα όσα λες, και εγώ ο ίδιος είδα όταν σε απήγαγε το λιοντάρι, και εκείνη την ώρα ο λύκος με πήρε μακριά, αλλά οι αγρότες με πήραν μακριά του».
Μόλις έμαθαν για τη σχέση τους, τα αδέρφια χάρηκαν πολύ και αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν, χύνοντας δάκρυα χαράς. Η μητέρα τους, ακούγοντας μια τέτοια συζήτηση, έμεινε έκπληκτη και σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό με στεναγμούς και δάκρυα, γιατί ήταν πεπεισμένη ότι ήταν πραγματικά παιδιά της, και η καρδιά της ένιωσε γλυκύτητα και παρηγοριά μετά από όλες τις πικρές της λύπες. Ωστόσο, ως συνετή γυναίκα, δεν τολμούσε να εμφανιστεί μπροστά τους και να αποκαλυφθεί χωρίς πιο αξιόπιστες πληροφορίες, γιατί ήταν φτωχή και ντυμένη με φθαρμένα ρούχα, ενώ αυτοί ήταν επιφανείς και φημισμένοι πολεμιστές. Έτσι αποφάσισε να πάει στον στρατηγό και να ζητήσει την άδειά του να επιστρέψει στη Ρώμη με τον στρατό του: ήλπιζε ότι εκεί θα αποκαλυπτόταν πιο εύκολα στους γιους της και θα μάθαινε επίσης για τον σύζυγό της, αν ήταν ζωντανός ή όχι. Πήγε στον στρατηγό, στάθηκε μπροστά του, του έκανε υπόκλιση και είπε:
«Σε παρακαλώ, Κύριε, να με διατάξεις να ακολουθήσω το σύνταγμά σου στη Ρώμη· διότι είμαι Ρωμαίος και έχω αιχμαλωτιστεί από ξένους σε αυτή τη χώρα εδώ και δεκαέξι χρόνια· και τώρα, όντας ελεύθερος, περιπλανιέμαι σε μια ξένη χώρα και υποφέρω από ακραία φτώχεια».
Ο Ευστάθιος, με την καλοσύνη της καρδιάς του, έκανε αμέσως δεκτό το αίτημά της και της επέτρεψε να επιστρέψει στην πατρίδα της χωρίς φόβο. Τότε η γυναίκα, κοιτάζοντας τον διοικητή, πείστηκε πλήρως ότι ήταν ο σύζυγός της και έμεινε έκπληκτη, σαν σε λήθαργο. Αλλά ο Ευστάθιος δεν αναγνώρισε τη γυναίκα του. Εκείνη, όμως, έχοντας λάβει απροσδόκητα τη μία χαρά μετά την άλλη, όπως ακριβώς είχε λάβει προηγουμένως τη μία λύπη μετά την άλλη, προσευχήθηκε εσωτερικά στον Θεό με στεναγμούς και φοβόταν να αποκαλυφθεί στον σύζυγό της και να πει ότι ήταν η σύζυγός του· γιατί αυτός ήταν σε μεγάλη δόξα και τώρα περιβαλλόταν από πλήθος έμπιστων· αλλά εκείνη ήταν σαν την πιο ταπεινή ζητιάνα. Και έφυγε από τη σκηνή του, προσευχόμενη στον Κύριό της και Θεό να φροντίσει ο ίδιος να την αναγνωρίσουν ο σύζυγός της και τα παιδιά της. Τότε διάλεξε μια πιο βολική στιγμή, μπήκε ξανά στον Ευστάθιο και στάθηκε μπροστά του. Και αυτός, κοιτάζοντάς την, ρώτησε:
– Τι άλλο μου ζητάς, γριά;
Εκείνη υποκλίθηκε μέχρι το έδαφος μπροστά του και είπε:
«Σε παρακαλώ, κύριέ μου, μην θυμώσεις μαζί μου, τον δούλο σου, επειδή θέλω να σε ρωτήσω για ένα πράγμα. Κάνε υπομονή και άκουσέ με».
Της είπε:
– Εντάξει, μίλα.
Έπειτα ξεκίνησε την ομιλία της ως εξής:
«Δεν είσαι εσύ ο Πλακίδας, που ονομάζεται Ευστάθιος στο άγιο βάπτισμα; Δεν είσαι εσύ που είδες τον Χριστό πάνω στο σταυρό ανάμεσα στα κέρατα των ελαφιών; Δεν είσαι εσύ που, για χάρη του Κυρίου Θεού, έφυγες από τη Ρώμη με τη γυναίκα σου και τα δύο παιδιά σου, τον Αγάπιο και τον Θεόπιστο; Δεν είσαι εσύ που σε έκλεψε η γυναίκα σου στο πλοίο από έναν ξένο; Πιστός μου μάρτυρας στους ουρανούς είναι ο ίδιος ο Κύριος Χριστός, για χάρη του οποίου υπέμεινα πολλές θλίψεις, ότι είμαι η γυναίκα σου και ότι με τη χάρη του Χριστού διαφυλάχθηκα από την προσβολή. Διότι αυτός ο ξένος χάθηκε την ίδια ώρα που με πήρε από εσένα, τιμωρημένος από την οργή του Θεού, ενώ εγώ παρέμεινα αγνός, και τώρα υποφέρω και περιπλανιέμαι».
Ακούγοντας όλα αυτά, ο Ευστάθιος φάνηκε να ξυπνάει από τον ύπνο και αμέσως αναγνώρισε τη γυναίκα του, σηκώθηκε και την αγκάλιασε, και οι δύο έκλαψαν πολύ από μεγάλη χαρά. Και ο Ευστάθιος είπε:
– Ας δοξολογήσουμε και ας ευχαριστήσουμε τον Σωτήρα μας Χριστό, ο οποίος δεν μας εγκατέλειψε με το έλεός Του, αλλά όπως υποσχέθηκε να μας παρηγορήσει μετά θλίψεων, έτσι και έκανε!
Και με πολλά δάκρυα χαράς ευχαρίστησαν τον Θεό. Μετά από αυτό, όταν ο Ευστάθιος σταμάτησε να κλαίει, η γυναίκα του τον ρώτησε:
– Πού είναι τα παιδιά μας;
Πήρε μια βαθιά ανάσα και απάντησε:
– Τα ζώα τα έφαγαν.
Τότε η γυναίκα του τού είπε:
«Μην λυπάσαι, κύριέ μου! Ο Θεός μας βοήθησε να βρούμε ο ένας τον άλλον τυχαία, οπότε θα μας βοηθήσει να βρούμε και τα παιδιά μας.»
Της σχολίασε:
– Δεν σου είπα ότι τα έτρωγαν τα ζώα;
Άρχισε να του διηγείται όλα όσα είχε ακούσει την προηγούμενη μέρα στον κήπο της ενώ δούλευε – όλες τις συζητήσεις που είχαν κάνει οι δύο πολεμιστές μεταξύ τους στη σκηνή και από τις οποίες έμαθε ότι ήταν γιοι τους.
Ο Ευστάθιος κάλεσε αμέσως τους στρατιώτες κοντά του και τους ρώτησε:
– Ποιο είναι το υπόβαθρό σας; Πού γεννηθήκατε; Πού μεγαλώσατε;
Τότε ο μεγαλύτερος από αυτούς του απάντησε ως εξής:
«Κύριέ μας, οι γονείς μας μας άφησαν νέους και γι’ αυτό θυμόμαστε λίγα από την παιδική μας ηλικία. Ωστόσο, θυμόμαστε ότι ο πατέρας μας ήταν Ρωμαίος στρατηγός, όπως εσείς, αλλά δεν ξέρουμε τι του συνέβη ή γιατί έφυγε από τη Ρώμη τη νύχτα με τη μητέρα μας και εμάς τους δύο. Ούτε ξέρουμε γιατί, όταν διασχίσαμε τη θάλασσα με ένα πλοίο, η μητέρα μας παρέμεινε σε αυτό το πλοίο. Ο πατέρας μας, κλαίγοντας γι’ αυτήν, ήρθε μαζί μας σε ένα ποτάμι. Ενώ μας μετέφερε έναν προς έναν, μας παρέσυραν άγρια θηρία: εμένα από ένα λιοντάρι και τον αδελφό μου από έναν λύκο. Αλλά και οι δύο σωθήκαμε από τα άγρια θηρία: εμένα με έσωσαν και μεγάλωσαν βοσκοί και τον αδελφό μου από αγρότες.
Ακούγοντας αυτό, ο Ευστάθιος και η σύζυγός του αναγνώρισαν τα παιδιά τους και, πέφτοντας στον λαιμό τους, έκλαψαν για πολλή ώρα. Και υπήρχε μεγάλη χαρά στο στρατόπεδο του Ευστάθιου, όπως κάποτε στην Αίγυπτο, όταν ο Ιωσήφ αναγνωρίστηκε από τους αδελφούς του ( Γέν. 45:1-15 ). Η είδηση διαδόθηκε σε όλα τα συντάγματα για την ανακάλυψη της συζύγου και των παιδιών του διοικητή τους, και όλοι οι στρατιώτες συγκεντρώθηκαν με χαρά, και υπήρξε μεγάλη χαρά σε όλο το στρατό. Δεν χάρηκαν τόσο για τις νίκες όσο για αυτό το χαρούμενο γεγονός. Έτσι παρηγόρησε ο Θεός τους πιστούς δούλους Του, γιατί Αυτός «ο Κύριος θανατώνει και ζωοποιεί… ο Κύριος φτωχαίνει και πλουτίζει» ( Α΄ Σαμουήλ 2:6-7 ), καταργώντας τις λύπες και ανεβάζοντας σε χαρά και ευφροσύνη. Και ο Ευστάθιος μπόρεσε τότε να μιλήσει με τον Δαβίδ: «Ελάτε και ακούστε, όλοι εσείς που φοβάστε τον Θεό, και θα σας αναγγείλω τι έκανε για την ψυχή μου. Θυμήθηκα να δείξω έλεος σε μένα. Η δεξιά του Κυρίου υψώθηκε· η δεξιά του Κυρίου κάνει θαύματα!» ( Ψαλμός 66:16, 10:16, 118:16 ).
Ενώ ο Ευστάθιος επέστρεφε από τον πόλεμο, διπλά χαρούμενος τόσο για τη νίκη όσο και για την ανακάλυψη της συζύγου και των παιδιών του – πριν καν φτάσει στη Ρώμη – ο αυτοκράτορας Τραϊανός πέθανε και τον διαδέχθηκε ο Αδριανός, ένας πολύ σκληρός άνθρωπος που μισούσε τους καλούς ανθρώπους και καταδίωκε τους ευσεβείς. Αφού ο Ευστάθιος εισήλθε στη Ρώμη με μεγάλο θρίαμβο, όπως ήταν το έθιμο των Ρωμαίων στρατηγών, οδηγώντας πολλούς αιχμαλώτους και περιτριγυρισμένος από πλούσια λάφυρα πολέμου, ο αυτοκράτορας και όλοι οι Ρωμαίοι τον υποδέχτηκαν με τιμές , και η ανδρεία του έγινε ακόμη πιο φημισμένη από πριν , και όλοι τον τιμούσαν ακόμη περισσότερο από πριν. Αλλά ο Θεός, που δεν επιθυμεί οι δούλοι Του να τιμώνται και να δοξάζονται σε αυτόν τον διεστραμμένο και άστατο κόσμο με μάταιη και πρόσκαιρη ευλάβεια, γιατί έχει ετοιμάσει γι’ αυτούς στον ουρανό αιώνια και διαρκή τιμή και δόξα, υπέδειξε τον Ευστάθιο προς την οδό του μαρτυρίου, γιατί σύντομα του έστειλε ξανά την ατίμωση και τη θλίψη που είχε υπομείνει με χαρά για τον Χριστό. Ο ασεβής Αδριανός ήθελε να προσφέρει θυσία στους δαίμονες σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη νίκη του επί των εχθρών του. Όταν αυτός και οι ευγενείς του μπήκαν στον ειδωλολατρικό ναό, ο Ευστάθιος δεν τους ακολούθησε, αλλά παρέμεινε έξω. Ο βασιλιάς τον ρώτησε:
«Γιατί δεν μπαίνεις μαζί μας στον ναό και δεν λατρεύεις τους θεούς; Εσύ, πάνω απ’ όλους τους άλλους, θα έπρεπε να τους ευχαριστείς όχι μόνο που σε κράτησαν ασφαλή και αβλαβή στον πόλεμο και σου χάρισαν τη νίκη, αλλά και που σε βοήθησαν να βρεις τη γυναίκα και τα παιδιά σου.»
Ο Ευστάθιος απάντησε:
«Είμαι Χριστιανός και γνωρίζω τον Ένα Θεό μου, τον Ιησού Χριστό, και Τον τιμώ, Τον ευχαριστώ και Τον λατρεύω. Γιατί μου έχει δώσει τα πάντα: υγεία, νίκη, σύζυγο και παιδιά. Αλλά δεν θα προσκυνήσω κωφά, άλαλα ή ανίσχυρα είδωλα.»
Και ο Ευστάθιος αποσύρθηκε στο σπίτι του. Ο βασιλιάς θύμωσε και άρχισε να σκέφτεται πώς να τιμωρήσει τον Ευστάθιο επειδή ατίμασε τους θεούς του. Πρώτα, τον αφαίρεσε από τον στρατιωτικό του βαθμό και τον κάλεσε σε δίκη ως κοινό άνθρωπο, μαζί με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Τους παρότρυνε να θυσιάσουν στα είδωλα. Αλλά, μη μπορώντας να τους πείσει, τους καταδίκασε να καταβροχθιστούν από άγρια θηρία. Έτσι, ο Άγιος Ευστάθιος, αυτός ο ένδοξος και γενναίος πολεμιστής, πήγε στο τσίρκο, καταδικασμένος σε θάνατο, μαζί με τη γυναίκα και τους γιους του. Αλλά δεν ντράπηκε για αυτή την ατίμωση, ούτε φοβήθηκε τον θάνατο για τον Χριστό, τον οποίο υπηρετούσε με ζήλο, ομολογώντας το άγιο όνομά Του ενώπιον όλων. Ενθάρρυνε τόσο την άγια σύζυγό του όσο και τα παιδιά του, ώστε να μην φοβούνται τον θάνατο για τον Κύριο, τον Δωρητή της Ζωής. Και πήγαιναν στον θάνατο σαν σε γιορτή, ενισχύοντας ο ένας τον άλλον με την ελπίδα μελλοντικής τιμωρίας. Τα θηρία αφήνονταν να πέσουν πάνω τους, αλλά δεν τα άγγιζαν, γιατί μόλις κάποιο από τα θηρία τα πλησίαζε, επέστρεφε αμέσως, σκύβοντας το κεφάλι του μπροστά τους. Τα θηρία μαλάκωσαν την οργή τους, αλλά ο βασιλιάς έγινε ακόμα πιο έξαλλος και διέταξε να τους οδηγήσουν στη φυλακή. Και την επόμενη μέρα διέταξε να πυρακτωθεί ένας χάλκινος ταύρος και να ριχτούν μέσα σε αυτόν ο Άγιος Ευστάθιος με τη γυναίκα και τα παιδιά του . 5886 Αλλά αυτός ο πυρακτωμένος ταύρος ήταν για τους αγίους μάρτυρες ό,τι ήταν η χαλδαϊκή κάμινος, που δροσιζόταν από τη δροσιά, για τους αγίους νέους ( Δαν. 3:21 ). Βρίσκοντας τους εαυτούς τους μέσα σε αυτόν τον ταύρο, οι άγιοι μάρτυρες, αφού προσευχήθηκαν, παρέδωσαν τις ψυχές τους στον Θεό και πέρασαν στη Βασιλεία των Ουρανών. Τρεις ημέρες αργότερα, ο Αδριανός πλησίασε αυτόν τον ταύρο, επιθυμώντας να δει τις στάχτες των καμένων μαρτύρων. Ανοίγοντας τις πόρτες, οι βασανιστές βρήκαν τα σώματά τους ολόκληρα και αβλαβή, και ούτε μια τρίχα στο κεφάλι τους δεν είχε καεί, και τα πρόσωπά τους έμοιαζαν με τα πρόσωπα των κοιμωμένων και έλαμπαν με θαυμαστή ομορφιά. Όλοι οι παρόντες φώναξαν:
– Μέγας ο Χριστιανικός Θεός!
Ο αυτοκράτορας επέστρεψε στο παλάτι του ντροπιασμένος, και όλος ο λαός τον επιτίμησε για την κακία του – επειδή άσκοπα θανάτωσε έναν τέτοιο διοικητή για τη Ρώμη. Οι Χριστιανοί, παίρνοντας τα τίμια σώματα των αγίων μαρτύρων, τα έθαψαν , δοξάζοντας τον Θεό, τον θαυμαστό εν αγίοις Αυτού, τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, στο οποίο από όλους μας ανήκει η τιμή, η δόξα και η προσκύνηση, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
Κοντάκιον, Ήχος 2:
Αφού μιμήθηκες φανερά τα Πάθη του Χριστού και αφού ήπιες με επιμέλεια το ποτήρι Του, έγινες κοινωνός, Ευστάθιε, και κληρονόμος της δόξας, λαμβάνοντας από τον Θεό των πάντων, εξ ύψους, τη θεία συγχώρεση.
* * *
Σημειώσεις
5878 Ο Τραϊανός ήταν ένας από τους καλύτερους Ρωμαίους αυτοκράτορες: νοιαζόταν βαθιά για την ευημερία του λαού του, αναμόρφωσε πλήρως την κυβέρνηση, επέκτεινε την αυτοκρατορία μέσω επιτυχημένων πολέμων και ίδρυσε νέες πόλεις. Ωστόσο, και αυτός δίωκε τους Χριστιανούς.
5879 Το παγανιστικό όνομα του Αγίου Ευσταθίου, που προφέρεται ακριβέστερα στη ρωμαϊκή προφορά ως «Placida», προέρχεται από τη λατινική λέξη placidus, που σημαίνει «ήσυχος», «ήρεμος», «ήρεμος», «ευγενικός» ή «πράος». Ένα όνομα που αποτυπώνει τέλεια τις υψηλές ηθικές ιδιότητες του Αγίου Ευσταθίου, ακόμη και πριν από τη μεταστροφή του στον Χριστιανισμό.
5880 Ο Τίτος, Ρωμαίος αυτοκράτορας, γιος και διάδοχος του αυτοκράτορα Βεσπασιανού, βασίλεψε από το 79 έως το 81. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του πατέρα του, στάλθηκε με μεγάλο στρατό στην Ιουδαία για να τιμωρήσει τους Εβραίους που είχαν επαναστατήσει κατά της ρωμαϊκής κυριαρχίας. Αυτός ο πόλεμος αναφέρεται εδώ. Ο πόλεμος έληξε το 70 με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και του Ναού του Σολομώντα.
5881 Δηλαδή, προς την κατεύθυνση της Μεσογείου Θάλασσας, την οποία έπρεπε να διασχίσει κανείς με πλοίο για να φτάσει στην Αίγυπτο. Η Αίγυπτος είναι μια χώρα που βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα της Αφρικής. Την εποχή που περιγράφεται, η Αίγυπτος βρισκόταν υπό ρωμαϊκή κυριαρχία, και τελικά έπεσε στους Ρωμαίους το 30 π.Χ.
5882 Στη ζωή του, αποκαλείται «βάρβαρος». Έτσι οι Έλληνες, και αργότερα οι Ρωμαίοι, εφάρμοζαν αυτόν τον όρο σε όλους τους ξένους. Ήταν ένας υποτιμητικός όρος, που υποδήλωνε την αγένεια και την άγνοια των άλλων λαών. Ταυτόχρονα, ο όρος αυτός χρησιμοποιείται επίσης στις Γραφές για να δηλώσει ένα γενικά απάνθρωπο και άγριο άτομο. Ήταν πιθανώς ένας από εκείνους τους ληστές της θάλασσας που τρομοκρατούσαν ακόμα συχνά τις ακτές της Μεσογείου εκείνη την εποχή, αρπάζοντας και πουλώντας όμορφες γυναίκες και κορίτσια ως σκλάβους, σκοτώνοντας βάναυσα όσους στέκονταν εμπόδιο στο δρόμο τους.
5883 Εδώ, φυσικά, έχουμε ένα παρόμοιο παράδειγμα από τη ζωή του πατριάρχη της Παλαιάς Διαθήκης Αβραάμ και της συζύγου του Σάρας, λίγο μετά τη μετανάστευσή τους στη γη Χαναάν. Όταν ο Αβραάμ ήρθε στην Αίγυπτο κατά τη διάρκεια ενός λιμού, ο Φαραώ, λόγω της ομορφιάς της Σάρας, ήθελε να την παντρευτεί, αλλά ο Κύριος δεν το επέτρεψε και, εξαιτίας της Σάρας, χτύπησε τόσο τον βασιλιά όσο και την αυλή του με σοβαρές πληγές ( Γέν. 12:11-20 ).
5884 Αυτό συνέβη λίγο πριν από τον θάνατο του Τραϊανού, όπως προκύπτει από την ίδια την αφήγηση. Η ιστορία αποκαλύπτει ότι εκείνη την εποχή, διάφοροι ασιατικοί λαοί που υπάγονταν στη Ρώμη επαναστάτησαν κατά της ρωμαϊκής κυριαρχίας και ο αυτοκράτορας προετοιμαζόταν για εκστρατεία εναντίον της Μεσοποταμίας.
5885 Δηλαδή, ο Πλακίδος έτυχε, σύμφωνα με το ρωμαϊκό έθιμο, ενός λεγόμενου θριάμβου ή μιας επίσημης, λαμπρής υποδοχής, ως νικηφόρου διοικητή στεφανωμένου με δόξα.
5886 Ο «Μέγας Αναγνώστης Μηνίων» του Μητροπολίτη Μακαρίου προσθέτει τις ακόλουθες λεπτομέρειες, που δεν βρίσκονται στον Άγιο Δημήτριο του Ροστόφ . Όταν οι άγιοι μάρτυρες πλησίασαν στον τόπο της τρομερής εκτέλεσής τους, σήκωσαν τα χέρια τους στον ουρανό και προσέφεραν μια θερμή προσευχή στον Κύριο, σαν να συλλογίζονταν κάποιο ουράνιο φαινόμενο, όπως φαίνεται από τα πρώτα λόγια της προσευχής τους. Αυτή η προσευχή ήταν η εξής: «Κύριε, Θεέ των δυνάμεων, αόρατος σε όλους, ορατός σε εμάς! Εισάκουσέ μας που προσευχόμαστε σε Σένα και δέξου την τελευταία μας προσευχή. Ιδού, είμαστε ενωμένοι και μας έχεις χαρίσει την τύχη των αγίων Σου· όπως ακριβώς οι τρεις νέοι που ρίχτηκαν στη φωτιά της Βαβυλώνας δεν απορρίφθηκαν από Σένα, έτσι και τώρα δώσε μας να πεθάνουμε σε αυτή τη φωτιά, ώστε να ευαρεστηθείς να μας δεχτείς ως αποδεκτή θυσία. Δώσε, Κύριε, σε όλους όσους θυμούνται τη μνήμη μας μερίδιο στη Βασιλεία των Ουρανών· και μετέτρεψε την οργή αυτής της φωτιάς σε κρύο και δώσε μας να πεθάνουμε σε αυτήν. Προσευχόμαστε επίσης, Κύριε: δώσε τα σώματά μας να μην χωριστούν, αλλά να κείτονται μαζί. Σε απάντηση σε αυτή την προσευχή, μια θεϊκή φωνή αντήχησε από τον ουρανό: «Είθε να γίνει σε σένα όπως ζητάς! Και θα σου δοθεί περισσότερο, γιατί υπέμεινες πολλές θλίψεις και δεν ηττήθηκες. Πήγαινε εν ειρήνη, λάβε στέφανα νίκης για τα παθήματά σου και αναπαύσου στους αιώνες των αιώνων».
5887 Τα λείψανα του Αγίου Ευσταθίου και της οικογένειάς του βρίσκονται στη Ρώμη, στην εκκλησία που φέρει το όνομά του.